
Manos Lambrakis
Το αδιανόητο αυτό το βράδυ δεν είναι ότι, τόσες ώρες μετά την έκρηξη στην Πλάκα, οι διασώστες δεν έχουν ακόμη προσπελάσει κάθε στρώμα μιας ασταθούς μάζας ερειπίων, όπου μία λανθασμένη μετακίνηση μπορεί να ακυρώσει την ίδια την επιχείρηση διάσωσης.
Το αδιανόητο αρχίζει όταν μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα του 2026, με υπερτροφική ψηφιακή καταγραφή της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, αδυνατεί επί ώρες να συγκροτήσει δημοσίως ένα σταθερό πραγματολογικό πεδίο ακόμη και για τον αριθμό των ανθρώπων που αναζητούνται.
Η μετακίνηση των αναφορών από δύο σε πέντε και κατόπιν σε έξι αγνοουμένους δεν αποτελεί απλώς επικοινωνιακή δυσλειτουργία. Αποκαλύπτει κάτι βαθύτερο για την αρχιτεκτονική ενός κράτους που διαθέτει δεδομένα χωρίς να διαθέτει πάντοτε την επιχειρησιακή δυνατότητα να τα μετασχηματίζει εγκαίρως σε συνεκτική γνώση. Μιλάμε για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, μέσα σε μια οικονομία εντατικής τουριστικοποίησης και πλατφορμοποίησης της κατοικίας, όπου η βραχυχρόνια μίσθωση έχει μετατρέψει χιλιάδες διαμερίσματα σε μικρές μονάδες ενός διεθνοποιημένου κυκλώματος προσόδου.
Κρατήσεις, ιδιοκτησιακές σχέσεις, φορολογικές εγγραφές, δηλωμένοι διαχειριστές, στοιχεία επισκεπτών και ψηφιακά ίχνη παράγονται ακριβώς επειδή αυτή η οικονομία λειτουργεί μέσα από τη διαρκή παραγωγή πληροφορίας.
Το αίτημα δεν είναι να παραδοθούν ονόματα και φωτογραφίες στην τηλεοπτική κατανάλωση προτού ολοκληρωθούν οι νόμιμες διαδικασίες ταυτοποίησης και ενημερωθούν οι οικογένειες.
Είναι πολύ σοβαρότερο: να γνωρίζει η Πολιτεία ποιον αναζητεί, ποιος κατείχε το ακίνητο, ποιος ασκούσε την οικονομική του εκμετάλλευση, ποιος διαχειριζόταν τη βραχυχρόνια μίσθωση, πόσοι είχαν δηλωθεί στην κράτηση, πόσοι προκύπτει ότι διέμεναν πραγματικά και ποια υπηρεσία έχει την αρμοδιότητα να συναρθρώσει αυτά τα ετερογενή δεδομένα σε επιχειρησιακή πληροφορία.
Εκεί ακριβώς καταρρέει ένα μεγάλο μέρος της ιδεολογίας του ελληνικού ψηφιακού εκσυγχρονισμού.
Η ψηφιοποίηση αποδεικνύεται διαφορετικό πράγμα από την κρατική ικανότητα, η διαλειτουργικότητα διαφορετική από τη θεσμική συνοχή και η συσσώρευση δεδομένων διαφορετική από την παραγωγή γνώσης.
Ένα κράτος μπορεί να έχει μεταφέρει στο κινητό τηλέφωνο πιστοποιητικά, ταυτότητες και συναλλαγές και συγχρόνως να παραμένει οργανωτικά κατακερματισμένο, με την κρίσιμη πληροφορία εγκλωβισμένη σε διαφορετικά μητρώα, υπηρεσίες, ιδιώτες και πλατφόρμες.
Αυτή είναι η σκοτεινή αντινομία του σύγχρονου επιτελικού υποδείγματος: εξαιρετικά πυκνό όταν πρέπει να καταγράψει, να φορολογήσει, να πιστοποιήσει και να ελέγξει, πολύ λιγότερο αυτονόητα συνεκτικό όταν πρέπει, μέσα σε λίγες ώρες, να μετατρέψει ολόκληρη αυτή την πληροφοριακή υπερδομή σε συγκεκριμένη γνώση για συγκεκριμένα ανθρώπινα σώματα.
Και η Airbnb δεν αποτελεί εδώ μια εξωτική λεπτομέρεια του αστυνομικού ρεπορτάζ.
Αποτελεί τμήμα μιας πολιτικής οικονομίας που αναδιάταξε την κατοικία στο κέντρο της Αθήνας, πολλαπλασίασε τις προσωρινές χρήσεις, διεθνοποίησε τη σχέση ιδιοκτήτη και ενοίκου και παρήγαγε νέες μορφές οικονομικής προσόδου, χωρίς το κράτος να έχει αποδείξει ότι η ρυθμιστική του χωρητικότητα εξελίχθηκε με την ίδια ταχύτητα.
Η πόλη μετασχηματίστηκε ταχύτερα από τους θεσμούς που καλούνται να τη γνωρίζουν.
Η σημερινή αβεβαιότητα ακουμπά τον ίδιο τον πυρήνα του μοντέλου διακυβέρνησης που οικοδομήθηκε πάνω στην υπόσχεση ότι περισσότερη πληροφορία, περισσότερη τεχνολογία και περισσότερη κεντρική εποπτεία θα παράγουν αυτομάτως αποτελεσματικότερο κράτος.
Δεν το παράγουν αυτομάτως.
Χωρίς σαφή κατανομή ευθύνης, πραγματική διαλειτουργικότητα, θεσμική μνήμη και δυνατότητα άμεσης σύνθεσης της πληροφορίας, το ψηφιακό κράτος κινδυνεύει να καταλήξει ένας απέραντος συσσωρευτής δεδομένων που γνωρίζει τον πολίτη ως φορολογικό και συναλλακτικό ίχνος, αλλά δυσκολεύεται να τον ανασυστήσει ως άνθρωπο όταν η φυσική πραγματικότητα διαλύει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τις οθόνες της κανονικότητας.
Μετά τη διάσωση θα πρέπει, ασφαλώς, να διερευνηθούν η αιτία της έκρηξης, το ιδιοκτησιακό και διαχειριστικό καθεστώς, η νομιμότητα κάθε χρήσης, οι ενδεχόμενες παραλείψεις και κάθε ατομική ή θεσμική ευθύνη, χωρίς προκατασκευασμένους ενόχους. Προηγείται όμως ένα ερώτημα πολύ πιο στοιχειώδες και γι’ αυτό πολιτικά αμείλικτο.
Μια κυβέρνηση μπορεί να μιλά όσο θέλει για αλγορίθμους, διαλειτουργικότητες, επιτελικά κέντρα, τεχνητή νοημοσύνη και κράτος του μέλλοντος.
Όταν ένα σπίτι καταρρέει στο κέντρο της πρωτεύουσας, όλη αυτή η τεχνοπολιτική ρητορική υποβάλλεται ξαφνικά στην πιο αρχαϊκή δοκιμασία της κρατικής εξουσίας:
αν γνωρίζει ποιον άνθρωπο αναζητεί κάτω από τις πέτρες.