Οι εκλογές που διεξάγονται σήμερα Κυριακή στην Γερμανία ανεξαρτήτως αποτελέσματος σηματοδοτούν το τέλος εποχής για την Άνγκελα Μέρκελ αλλά αυτό μάλλον δεν αλλάζει πολλά πράγματα -και σίγουρα όχι προς το καλύτερο- για την Ελλάδα. Η μνημονιακή κληρονομιά που αφήνει η “σιδηρά καγκελάριος” ειδικά για χώρες όπως η δική μας είναι ιδιαίτερα επαχθής και τα περιθώρια αποποίησής της έχουν καταστεί μάλλον ανύπαρκτα. 

Κατ' αρχάς η κ. Μέρκελ -η οποία έπιασε το ρεκόρ του Χ. Κολ με τέσσερις συνεχείς θητείες- δεν πρόκειται να αποχωρήσει άμεσα καθώς θα παραμείνει στη θέση της μέχρι το σχηματισμό νέας κυβέρνησης που αναμένεται να διαρκέσει οπωσδήποτε μερικούς μήνες, ενδέχεται και ως το τέλος του έτους. Στο διάστημα αυτό κάθε άλλο παρά θα είναι υπηρεσιακή καγκελάριος ενώ σε αντίθεση με την ελληνική πολιτική προχειρότητα οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των νέων εταίρων στην Γερμανία προβλέπονται εξαντλητικές μέχρι κεραίας για τη λεπτομερή καταγραφή του κυβερνητικού προγράμματος που θα τους δεσμεύει πλήρως.

Κι ενώ οι τελευταίες δημοσκοπήσεις της Παρασκευής έδειχναν ότι έχει συρρικνωθεί στη μία ποσοστιαία μονάδα το προβάδισμα των Σοσιαλδημοκρατών, το ποιο κόμμα θα ορίσει το διάδοχο της κ. Μέρκελ είναι μια αυστηρά ...εσωτερική υπόθεση της Γερμανίας. Ακόμη κι αν νέος καγκελάριος γίνει ο υποψήφιος του SPD Ολαφ Σολτς, το Βερολίνο δεν πρόκειται να αλλάξει πολιτική στο πλαίσιο της ευρωζώνης. 

Ο κ. Σολτς, ο οποίος ανήκει στη σκληρή πτέρυγα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και είναι ένας από τους πλουσιότερους σε εισοδήματα Γερμανούς πολιτικούς, ήταν άλλωστε υπουργός Οικονομικών έως τώρα στην κυβέρνηση συνεργασίας. Μάλιστα μόλις πριν από τρεις μήνες είχε δώσει σαφή πρόγευση των αντιλήψεων του τασσόμενος κατά της αναθεώρησης των δημοσιονομικών κανόνων στην ΕΕ θεωρώντας ότι είναι ήδη αρκετά ευέλικτοι ακόμη και για την αντιμετώπιση της πανδημίας και υπέρ της επαναφοράς του φρένου χρέους οπωσδήποτε από το 2023. Για τους παρακολουθούντες τη γερμανική πολιτική σκηνή, αυτά είναι γνωστά και μόνο για όσους καλλιεργούν -από άγνοια ή σκοπιμότητα- φρούδες ελπίδες ότι διανοίγονται πιο αισιόδοξες προοπτικές η επόμενη ημέρα θα φέρει μια μεγάλη ψυχρολουσία.

Επίσης οι Πράσινοι στην Γερμανία, που ανάλογα με τους συσχετισμούς είναι λίαν πιθανό να αποτελέσουν τον τρίτο κυβερνητικό εταίρο, έχουν κι αυτοί μια αυστηρή ατζέντα στα οικονομικά θέματα αφού το εκλογικό τους ακροατήριο κυριαρχείται από τη μεσαία και ανώτερη αστική τάξη. Στην περίπτωση τέλος που οι Χριστιανοδημοκράτες κάνουν την ανατροπή και καταφέρουν να κόψουν πρώτοι το νήμα, ο  Άρμιν Λασέτ που θα διαδεχθεί την κ. Μέρκελ είναι “πολιτικό παιδί”, στενός συνεργάτης της έως τώρα και συνεχιστής της, ενώ η ίδια δήλωσε με νόημα ότι δεν σκοπεύει να μετακομίσει στη γενέτειρά της, την ακριβή συνοικία Μπλάνκενεζε του Αμβούργου αλλά θα παραμείνει στο Βερολίνο.

 Άλλωστε αν κερδίσει το CDU, αυτός που ...δεν θα φύγει είναι ο Β. Σόιμπλε ο οποίος φρόντισε προ ημερών να υποδηλώσει την παρουσία του ως “θεματοφύλακας” της χριστιανοδημοκρατίας χρεώνοντας με οργή στην κ. Μέρκελ τα προβλήματα που έκαναν το κόμμα από φαβορί να ιδροκοπά για την πρώτη θέση.

Όλα αυτά περιγράφουν το πλαίσιο της “μετά Μέρκελ” εποχής για την Ελλάδα χωρίς αυταπάτες και εξωραϊσμούς. Μάλιστα διανύουμε μια συγκυρία που αναπτύσσονται ψευδαισθήσεις ότι οι παροχές και τα φιλοδωρήματα με τα οποία η σημερινή κυβέρνηση προσπαθεί να κατασιγάσει την κοινωνικά δυσαρέσκεια δεν θα “αιτηθούν” πίσω σε ένα με δύο χρόνια καθώς μάλιστα προέρχονται από εξωτερικό δανεισμό.

Άλλωστε τα αλλεπάλληλα μνημόνια που επιβλήθηκαν στη χώρα μας από 2010 ήρθαν για να μείνουν κι ας σήμανε τυπικά η έξοδος από αυτά το 2018. Το αλυσοδέσιμο της ελληνικής κοινωνίας που υπέγραψαν διαδοχικά οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ -προκειμένου να διασωθούν στην πρώτη φάση από την χρεοκοπία οι γερμανικές και οι γαλλικές τράπεζες- εκτείνεται σε βάθος δεκαετιών στη διάρκεια των οποίων η χώρα μας είναι δεσμευμένη, με εγγύηση την ακίνητη κρατική περιουσία, να ακολουθεί αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες, να πιάνει αριθμητικούς στόχους και να επιστρέφει μέσω αιματηρών πλεονασμάτων τα δανεικά. Έστω κι αν το δημόσιο χρέος -εξαιτίας του οποίου υποτίθεται ότι δεν μπορούσαμε να δανειστούμε και οδηγηθήκαμε στα σαγόνια του ΔΝΤ- όχι μόνο δεν έχει μειωθεί σε σχέση με το 2010 αλλά έχει φτάσει σε πρωτοφανή ύψη η δε σοβαρή αποκλιμάκωση του παραπέμπεται τώρα στο μακρινό μέλλον...

Τούτων δοθέντων δεν “χρειάζεται” πια να βρίσκεται στην καγκελαρία η κ. Μέρκελ όπως δεν ήταν απαραίτητη και η παρουσία του κ. Σόιμπλε από ένα σημείο και μετά στο υπουργείο Οικονομικών, για να συνεχίσει η Ελλάδα να ξεπουλά τα “ασημικά” της όπως φάνηκε τώρα και με την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ μέσω της αύξησης του μετοχικού της κεφαλαίου. Και μπορεί η απόφαση να εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως ως αιφνιδιαστική, αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι παρά εφαρμογή όσων έχουν υπογραφεί στο πλαίσιο των μνημονίων. Όλοι οι κρίσιμοι σταθμοί αυτού του μνημονιακού προγράμματος, όπως για τη μετοχοποίηση της ΔΕΗ, έχουν άλλωστε τη σφραγίδα και της προηγούμενης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με συνέπεια να είναι εμφανής η δυσκολία έως και η αδυναμία του να ασκήσει ριζική αντιπολίτευση σήμερα σε τέτοιες στρατηγικές επιλογές. Το ίδιο ισχύει γενικότερα για τον τομέα της ενέργειας και την απολιγνιτοποίηση που επέβαλε στην Ελλάδα η Γερμανία προκειμένου να εξυπηρετήσει και επ' αυτού τα δικά της συμφέροντα και τον οικονομικό και ενεργειακό εθνικισμό της.

Ακόμη και η προ ημερών κυνική δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη για συγχώνευση ή κλείσιμο των μικρών μαγαζιών και επιχειρήσεων στη χώρα μας, λόγω αδυναμίας πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό, που προκάλεσε δικαιολογημένα θύελλα αντιδράσεων στην πραγματικότητα δεν συνιστά κάτι καινούργιο. Υπάρχει ως πρόβλεψη από την αρχική “αλφαβήτα” των μνημονίων δεδομένου ότι οι δανειστές -και δη οι Γερμανοί- θέλοντας να μετατρέψουν τους Έλληνες σε υπαλλήλους και εργάτες πολυεθνικών αλυσίδων θεωρούσαν πολύ υψηλό το ποσοστό αυτοαπασχολούμενων και μικρών επιχειρήσεων στην χώρα μας επιβάλλοντας τη δραματική συρρίκνωση τους. Κάπως έτσι αυτή η ντιρεκτίβα ενσωματώθηκε στο κατ' ευφημισμόν αναπτυξιακό Σχέδιο Πισσαρίδη που ξεκινά η υλοποίησή του.

Όσο μάλιστα κι αν για τις ανάγκες της εκλογικής πελατείας τους επιδίδονται σε αντιπαραθέσεις τα κόμματα του λεγόμενου μνημονιακού τόξου -η ΝΔ, το πάλαι ποτέ ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ- επί της ουσίας έχουν δεσμευθεί και έχουν δεσμεύσει τη χώρα με τις “υπογραφές” και την ψήφο τους στην Βουλή προς αυτή την κατεύθυνση. Γι αυτό και τα όρια των αποκλίσεων τους είναι περιορισμένα την ώρα όμως που η κοινωνία ασφυκτιά και πάλι αναζητώντας διεξόδους εκτός του υφιστάμενου κυρίαρχου κομματικού συστήματος. 

Τρανή απόδειξη αυτών των δεσμεύσεων αποτελεί άλλωστε και το εγκωμιαστικό άρθρο με το οποίο ο Αλ. Τσίπρας “αποχαιρέτησε” στην γερμανική εφημερίδα FAZ μαζί με άλλους Ευρωπαίους πρώην ηγέτες την κ. Μέρκελ ανανεώνοντας την προσαρμογή του στο μνημονιακό μοντέλο του παρόντος και του μέλλοντος και ρίχνοντας οριστικά στη λήθη τα «Go back madame Μέρκελ» της πολιτικής του νιότης...

 Ανδρέας Καψαμπέλης
 
Top