Η συγκλονιστική υπόθεση του βετεράνου πεζοναύτη των ΗΠΑ, James Blake Miller, ο οποίος πολέμησε στη δεύτερη μάχη της Φαλούτζα (2004) και έγινε γνωστός από το φωτορεπορτάζ του Luis Sinco που τον καθιέρωσε ως “Marlboro Marine”: Έναν ήρωα πολέμου στο Ιράκ που δεν άργησε να μετατραπεί σε αντι-ήρωα όταν είδε τη ζωή του να οδηγείται στην κατάθλιψη και τον μετατραυματικό πόνο του πολέμου που συχνά δεν έχει γυρισμό.

“Ποια είναι σήμερα η γνώμη μου για τον πόλεμο; Μπορώ να συνοψίσω την απάντησή μου σε μία μόνο ερώτηση, την ίδια που θα έκανα και για τον πόλεμο του Βιετνάμ: “Τι κερδίσαμε; Τι κερδίσαμε σαν χώρα; Τι καταφέραμε να πετύχουμε πέρα από τις απώλειες των ανθρώπων που ήταν πρόθυμοι να δώσουν και τη ζωή τους για τη χώρα στην οποία ζούμε, για αυτό το έθνος, για αυτή την ελευθερία που έχουμε;”.


Τα παραπάνω ακούγεται να λέει ο James Blake Miller, απαντώντας στις ερωτήσεις του Luis Sinco για το φωτορεπορτάζ με τίτλο “Marlboro Marine”, που βρίσκεται αναρτημένο στον ιστότοπο mediastorm.com από τις 16 Νοεμβρίου 2007.

Ο James Blake Miller είναι βετεράνος πεζοναύτης των ΗΠΑ στον πόλεμο του Ιράκ (2003-2011) και πολέμησε στη δεύτερη μάχη της Φαλούτζα, η οποία διεξήχθη από το ναυτικό των ΗΠΑ ενάντια στους Ιρακινούς αντάρτες της πόλης από τις 7 έως τις 16 Νοεμβρίου 2004.


Ο Blake επέστρεψε στο σπίτι του στο Κεντάκι το 2004, βλέποντας τη ζωή του να στοιχειώνεται από κυριολεκτικούς και μεταφορικούς εφιάλτες, λόγω μετατραυματικού στρες και πόνου, για τον οποίο, όπως εξομολογείται, “δεν υπάρχει γυρισμός”. Η υπόθεσή του έγινε ευρέως γνωστή μέσα από το βίντεο-πορτραίτο που έκανε ο Luis Sinco για τους Los Angeles Times, ακολουθώντας τη μονάδα του Miller στη δεύτερη μάχη της Φαλούτζα.

Στο συγκλονιστικό φωτορεπορτάζ που “χτυπά” σε ευθεία βολή το συναίσθημα του θεατή/ακροατή, η ιστορία του Αμερικάνου πεζοναύτη φαίνεται να εκπροσωπεί όλες τις ιστορίες επιζώντων πολέμου, εκείνους τους -καθόλου λίγους- αθέατους, αλλά πραγματικούς ανθρώπους, άνδρες και γυναίκες, που πληρώνουν το βαρύτερο τίμημα ως θύματα πολέμου: Είτε θυσιάζονται για την πατρίδα, τα ιδανικά του έθνους και την ελευθερία -αν μπορούμε να δεχτούμε ότι η Αμερική διεξάγει πολέμους για την ελευθερία-, είτε επιβιώνουν, ζώντας μία ζωή σχετικά καταδικασμένη. Αναπνέουν, περπατάνε, τρώνε, κοιμούνται, κλαίνε, γελάνε, σε έναν δικό τους κόσμο, αποκλειστικά ιδιωτικό και απαράβατο, όπου οι ίδιοι προσπαθούν να πολεμήσουν όχι κάποιον “εχθρό” αυτή τη φορά, αλλά τους δαίμονές τους.

“Δε μπορούσα άλλο. Ήθελα απλά να ξεφορτωθώ τον πόνο. Δεν υπάρχει γυρισμός.” […] “Την πρώτη φορά που σκέφτηκα να αυτοκτονήσω ήταν μάλλον μία εβδομάδα αφότου επιστρέψαμε από τη Φαλούτζα”, εξομολογείται σε άλλο σημείο ο πρώην στρατιώτης.

Μετά από έξι εβδομάδες σε πρόγραμμα ψυχολογικής υποστήριξης, ο Blake τα παρατάει, καβαλάει τη μοτοσυκλέτα του και κάνει 735 μίλια δρόμο μέχρι να φτάσει στο σπίτι και στη σύζυγό του, Jessica, στο Κεντάκι.

“Ο βασικότερος λόγος για να ζήσω ήταν το γεγονός ότι δεν άντεχα για πολύ μακριά από το σπίτι. Οι λόφοι στο Κεντάκι είναι το σπίτι μου.” […] “Είχα τόσο μεγάλη ανάγκη για θεραπεία, δεν μπορούσα πραγματικά να διαχειριστώ τον εαυτό μου και μαζί τα προβλήματα στη σχέση μας με τη Jessica”, αφηγείται ο Blake για τις δύσκολες στιγμές που βίωνε μετά τον πόλεμο, προσπαθώντας να οικοδομήσει σχεδόν από το μηδέν τη ζωή και τον γάμο του. Το διαζύγιό του με τη Jessica ήρθε, σχεδόν νομοτελειακά, τον Οκτώβρη του 2006, δύο χρόνια μετά την επιστροφή του από το Ιράκ.

Ένα τσιγάρο διαφορετικό από τα υπόλοιπα

Η φωτογραφία που τράβηξε ο Luis Sinco σε μία τυχαία ταράτσα στη Φαλούτζα απαθανατίζοντας τον βετεράνο κατά τη διάρκεια της μάχης, έγινε σύμβολο κατατεθέν του πολέμου στο Ιράκ και ιστορικό τεκμήριο που μπορεί κανείς να χρησιμοποιεί για να στηρίξει τα πιο εύλογα αντιπολεμικά του συναισθήματα, ακόμα και 17 χρόνια αργότερα. Με σημερινούς όρους, μάλιστα, θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για μία viral εικόνα πολέμου. Η φωτογραφία με το γεμάτο αίματα, ταλαιπωρημένο και βρώμικο πορτραίτο του Miller, ο οποίος εμφανίζεται να καπνίζει το “νικητήριο τσιγάρο της επιβίωσης” σε ταράτσα της Φαλούτζα, δημοσιεύεται για πρώτη φορά στις εφημερίδες των ΗΠΑ στις 10 Νοεμβρίου του 2004, την ώρα που Αμερικανοί πεζοναύτες έμπαιναν στη Φαλούτζα για να τερματίσουν έναν πόλεμο που κανονικά θα έπρεπε να έχει τελειώσει πολύ νωρίτερα.

Στην εμβληματική εικόνα βλέπουμε τον Miller ως ήρωα ενός ακόμα ιμπεριαλιστικού πολέμου των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ, έχοντας ακούσει τις αφηγήσεις του, μπορούμε πλέον να τον δούμε ως αντι-ήρωα που αναζητά διέξοδο από το τραύμα, βιώνοντας καθημερινά τη ματαιότητα της μάχης στην οποία συμμετείχε. Ένας στρατιώτης ανάμεσα σε τόσους άλλους που, είτε σκοτώθηκαν πάνω στη μάχη, είτε κατάφεραν να καπνίσουν ένα ακόμα τσιγάρο, αντικρίζοντας τη φρίκη που στο μέλλον θα ταράζει τον ύπνο τους.

Όπως εξηγεί ο Luis Sinco για τη φωτογραφία: «η έκφρασή του έπιασε το μάτι μου. Για μένα, σήμαινε: τρομοκρατημένος, εξαντλημένος και ευτυχής μόνο και μόνο που είμαι ζωντανός. Αναγνώρισα αυτό το βλέμμα γιατί έτσι ακριβώς ένιωθα κι εγώ βλέποντάς τον.”

Ο αμερικανικός στρατός χαρακτήρισε τη δεύτερη μάχη της Φαλούτζα ως “τη σκληρότερη μάχη στην οποία συμμετείχε το ναυτικό των ΗΠΑ από την εποχή της μάχης στην πόλη Hue στο Βιετνάμ, το 1968”.

Σύμφωνα με καταγραφές, στη μάχη της Φαλούτζα, σκοτώθηκαν 51 αμερικανικές δυνάμεις και 425 τραυματίστηκαν σοβαρά, ενώ οι ιρακινές δυνάμεις έχασαν 8 στρατιώτες με 43 τραυματίες.

Οι απώλειες των εξεγερμένων υπολογίζονται μεταξύ 1.200 και 1.350 νεκρών.

Πηγή: neolaia.gr
 
Top