Από Αντώνη Σιγάλα

Είναι στο Ειρηνοδικείο μια Δευτέρα πρωί και εκδικάζονται υποθέσεις υπερχρεωμένων νοικοκυριών που έχουν κάνει 

αίτηση να μπουν στο νόμο Κατσέλη. Η διαδικασία ξεκινάει στις 9 ακριβώς και ο κόσμος έχει ήδη συγκεντρωθεί έξω και μέσα στην αίθουσα.
Από την πρώτη υπόθεση που εκδικάζεται γίνεται αμέσως σαφές ότι η έδρα είναι αρνητική. Η ειρηνοδίκης έχει ένα μόνιμο ύφος ειρωνίας και επίθεσης ενάντια στους αγχωμένους δανειολήπτες, που ο ένας μετά τον άλλο διαδέχονται στην εξέταση από την έδρα για την υπόθεσή τους.

Η κάθε υπόθεση διαρκεί το πολύ 20 λεπτά. Η πρόεδρος φωνάζει το όνομα του αιτούντος, που πρέπει να πει, είτε ο ίδιος, είτε διαμέσου του πληρεξουσίου δικηγόρου του, αν παρίσταται ή όχι και μετά τα ονόματα των πιστωτών, που είναι όλες τράπεζες, Εθνική, Eurobank, Alphabank, Πειραιώς, Citybank, Αγροτική, Εμπορική. Από αυτές απαντούν οι δικηγόροι αν παρίστανται. Αν όχι η πρόεδρος φωνάζει «η τράπεζα….. είναι απούσα».


Και ξεκινούν οι ερωτήσεις. Η έδρα είναι πολυβόλο. Ρωτάει συνεχώς γιατί και πώς πήρε το δάνειο ο δανειολήπτης, με ερωτήσεις ενοχλητικές, σαν να είναι ένοχος για κάτι. Η όλη διαδικασία μοιάζει σαν η τράπεζα να είναι ενάγουσα και ο δανειολήπτης ο εναγόμενος, που πρέπει να δικαιολογηθεί για τη φτώχεια του, γιατί όλα τα χρόνια από τότε που σταμάτησε να πληρώνει το δάνειο δεν έχει βρει δουλειά, ποια είναι η κατάσταση στη ζωή του, ενώ σε περιπτώσεις που έχει ακίνητη περιουσία πέρα από το ένα και μοναδικό ακίνητο, η επίθεση είναι ευθεία. «Για ποιο λόγο αιτείται να εξαιρεθεί η ακίνητή του περιουσία από την εκποίηση και δεν τη δίνει στην τράπεζα για να εξοφλήσει το ποσό του δανείου».

Πόσα προστατευόμενα μέλη έχει, σε τι κατάσταση υγείας είναι αυτά, αν έχει βρει δουλειά, με πόσα χρήματα ζει (πολλές φορές πρέπει να δικαιολογηθεί γιατί ζει με πάνω από 400 ευρώ το μήνα, τη στιγμή που το όριο της φτώχειας σύμφωνα με τη Eurostat είναι περίπου 1000€, αλλά αυτό φαίνεται να μην το λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο…), αν όλο το διάστημα μέχρι να εκδικαστεί η υπόθεσή του έδινε τις δόσεις και αν είχε βρει δουλειά στο ενδιάμεσο γιατί δεν πήγε στην τράπεζα να της δώσει μέρος του μισθού του (μιλάμε για μισθούς 800€ και κάτω) παρά το γεγονός ότι το δικαστήριο του είχε δώσει προσωρινή διαταγή με ένα ελάχιστο ποσό μέχρι την εκδίκαση της προσφυγής. Η πρόεδρος δε λαμβάνει υπόψη την προσωρινή διαταγή και ρωτάει τους δανειολήτπες συνεχώς και καταιγιστικά, κι όλα αυτά σε 20 λεπτά, μέχρι να έρθει η σειρά του επόμενου. 20 λεπτά που για τον καθένα μπορούν να αλλάξουν τη ζωή του. Τα δάνεια έχουν γίνει διπλάσια ή τριπλάσια από τους τόκους και τις υπερημερίες και ο δανειολήπτης κινδυνεύει με την απόφαση του δικαστηρίου να βρεθεί άστεγος.


Κάποια στιγμή φτάνει και η υπόθεση μιας δανειολήπτριας γύρω στα 35-40 σε ηλικία.
 Είχε πάρει δάνειο πριν από καμιά δεκαριά χρόνια για να ανοίξει μαζί με μια συνεργάτιδά της μια ιδιωτική επιχείρηση υγείας. Αγόρασαν τον εξοπλισμό και νοίκιασαν το χώρο, ωστόσο κάποια στιγμή η συνεργάτιδά της αποσύρθηκε από την επιχείρηση, με αποτέλεσμα η δανειολήπτρια από μόνη της να μη μπορεί να συνεχίσει, ενώ ο εξοπλισμός είχε αγοραστεί και πολλά χρήματα είχαν δαπανηθεί στο όνομά της. Μετά το κλείσιμο της επιχείρησης, τής έμεινε το δάνειο, το οποίο κάποια στιγμή δε μπορούσε πλέον να αποπληρώσει με αποτέλεσμα να καταστεί κόκκινο και μετά από χρόνια να αιτηθεί να μπει στο νόμο Κατσέλη και έτσι η υπόθεση να φτάσει στο ακροατήριο. Στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα αυτή η γυναίκα έχει παντρευτεί και έχει κάνει δύο παιδιά και σήμερα εργάζεται και αυτή και ο σύζυγός της, ενώ το μοναδικό της ακίνητο είναι η κατοικία της οικογένειας, που η δανειολήπτρια αιτείται από το δικαστήριο να εξαιρεθεί από την εκποίηση.
Η πρόεδρος όπως και πριν είναι καταιγιστική στις ερωτήσεις της, τις οποίες η αιτούσα απαντάει, πολλές φορές την ίδια ερώτηση με άλλο τρόπο διατυπωμένη. Ώσπου φτάνει και στο θέμα της σημερινής οικογενειακής της κατάστασης, όπου ακολουθεί ο εξής διάλογος που είναι χαρακτηριστικός:


Πρόεδρος: Σήμερα έχετε παιδιά;
Αιτούσα: Μάλιστα, δύο.
Πρόεδρος: Τι ηλικίες;
Αιτούσα: Δυόμιση χρονών το ένα και οκτώ μηνών το άλλο.
Πρόεδρος: Και εσείς, παρά το γεγονός ότι χρωστούσατε στην τράπεζα, αποφασίσατε να μείνετε έγκυος και να κάνετε παιδιά;



…………………….


Σύμφωνα λοιπόν με την πρόεδρο του δικαστηρίου δικαίωμα για να κάνουν παιδιά έχουν μόνο αυτοί που δε χρωστούν πουθενά! Είναι ένα επιχείρημα χαρακτηριστικό του τρόπου που γίνεται η εξέταση των υποθέσεων και των δυνατοτήτων που δίνει ο νόμος Κατσέλη, όπως έχει σήμερα τροποποιηθεί δύο φορές από τις μνημονιακές κυβερνήσεις, προκειμένου να βάλουν στο χέρι τη λαϊκή περιουσία. Οι οικογένειες με παιδιά υποτίθεται έχουν μεγαλύτερη προστασία και συναισθηματικά αιτούνται την εξαίρεση των κατοικιών τους από την εκποίηση, γιατί είναι κοινωνικά ανάλγητο να μείνει μια ολόκληρη οικογένεια άστεγη, κυρίως όταν υπάρχουν και μωρά παιδιά. Η πρόεδρος του δικαστηρίου γνωρίζοντας αυτό και δρώντας σαν αυθεντική εκπρόσωπος των συμφερόντων της τράπεζας ρώτησε τη δανειολήπτρια σαν να είχε με δόλο προβεί στην κοινωνικά επαίσχυντη πράξη να μείνει έγκυος προκειμένου να γλυτώσει το χρέος προς την τράπεζα (!!!).

Όπως ήταν αναμενόμενο ο δικηγόρος της δανειολήπτριας εξεμάνη και τη ρώτησε να εξηγήσει στο δικαστήριο αν μία σχέση ενός ανθρώπου, τόσο σημαντική έτσι ώστε να οδηγήσει στη δημιουργία οικογένειας και παιδιών, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι το μόνο κριτήριο για τη δημιουργία της θα ήταν το χρέος προς κάποιον τρίτο. 
Η δανειολήπτρια απάντησε φυσικά όχι, ενώ η πρόεδρος εκνευρίστηκε. Στην ερώτηση της προέδρου προς τη δικηγόρο της τράπεζας, αν είχε ερωτήσεις να κάνει προς τη μάρτυρα, εκείνη απάντησε με απόλυτη ειλικρίνεια «Όχι κυρία πρόεδρε, με καλύψατε πλήρως εσείς».
Ένα από τα περιστατικά καθημερινής τρέλας στις αίθουσες των Ειρηνοδικείων, όπου κάποιοι δικαστές υπερασπίζονται με σθένος το δικαίωμα των τραπεζών να πάρουν τα πάντα. Και ένα από τα πολλά περιστατικά που αποδεικνύεται εμπράκτως ότι οι γελοιότητες περί προστασίας της πρώτης κατοικίας που εκφέρονται από τις πηγές του Μαξίμου είναι απλώς κουραφέξαλα.

Οι κατοικίες όλων βρίσκονται στο στόχαστρο, ενώ οι τράπεζες προστατεύονται από την κυβέρνηση που τους κάνει πλάτες, όπως την περίοδο της κατοχής οι κυβερνήσεις των δωσιλόγων έκαναν πλάτες στους κατακτητές για να πλουτίσουν προσωπικά. Χρόνια μετά τους είδαμε να αποτελούν τον κορμό του μετεμφυλιακού κράτους.
3pointmagazine.gr
 
Top