Είναι μερικά πράγματα, τα οποία οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να τα πουν επισήμως. Όταν η αντιπολίτευση, ενώ το γνωρίζει, τις πιέζει, το αποτέλεσμα είναι ένας διάλογος υποκριτικός, σχεδόν αστείος..


Μία τέτοια περίπτωση είναι οι Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες (ΑΟΖ), οι οποίες εσχάτως έχουν γίνει της μόδας, καθώς ένα συγκεκριμένο ρεύμα "ειδικών" της εξωτερικής πολιτικής έχουν...πάθει παροξυσμό με αυτές.


Στην προχθεσινή Προ Ημερησίας Διατάξεως συζήτηση στη Βουλή για τα Εθνικά Θέματα, σύσσωμη η αντιπολίτευση, με πρώτον τον Αντώνη Σαμαρά, ζήτησε από τον πρωθυπουργό να προχωρήσει στην θέσπιση ΑΟΖ και στη συνέχεια στην οριοθέτησή τους με τις όμορες χώρες. Εκείνος τα μάσαγε, επισημαίνοντας ότι “είναι στις προθέσεις μας”, δεν “απεμπολούμε το δικαίωμά μας να το κάνουμε”, “βρισκόμαστε σε διαπραγματεύσεις”, κλπ. Απέφυγε πάντως να δεσμευθεί ότι θα το κάνει. Γεννάται επομένως το ερώτημα για ποιο λόγο ο δισταγμός της κυβέρνησης, όταν την στηρίζει ολόκληρη η Βουλή. Γεννάται βέβαια και το ερώτημα αφού η Ν.Δ θεωρεί τόσο απλή και αυτόματη την όλη διαδικασία, για ποιο λόγο δεν θέσπισε ΑΟΖ όταν εκείνη βρισκόταν στην κυβέρνηση. Η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι η ίδια με την απάντηση στο πρώτο.


Πρώτα απ’ όλα, τι είναι η ΑΟΖ;


Σύμφωνα με τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας (την οποία έχει επικυρώσει η Ελλάδα) η ΑΟΖ είναι μία θαλάσσια ζώνη, η οποία αρχίζει από την ακτογραμμή ενός παράκτιου κράτους και φθάνει μέχρι και 200 ναυτικά μίλια από αυτή. Η θαλάσσια αυτή ζώνη δεν είναι αυθύπαρκτη, όπως η υφαλοκρηπίδα. Υπάρχει, μόνο όταν ένα κράτος τη θεσπίσει, όπως και έχει δικαίωμα. Όπως και στην περίπτωση της υφαλοκρηπίδας, το παράκτιο κράτος “έχει κυριαρχικά δικαιώματα για την έρευνα, την εκμετάλλευση, τη διατήρηση και τη διαχείριση των ζώντων ή μη πόρων του βυθού, του υπεδάφους και των υπερκείμενων υδάτων” της ΑΟΖ του.
Με άλλους λόγους, “το παράκτιο κράτος μπορεί να εκμεταλλεύεται τους φυσικούς πόρους της ζώνης αυτής, όπως για παράδειγμα εκμετάλλευση ενέργειας από ανέμους, ύδατα κ.τ.λ. Επίσης μπορεί να στήνει τεχνητές νησίδες ή άλλες κατασκευές. Όλα τα κράτη έχουν δικαίωμα ελεύθερης ναυσιπλοΐας, υπερπτήσης, πόντισης καλωδίων, αρκεί να κινούνται μέσα στα πλαίσια που ορίζει το διεθνές δίκαιο και να μην απειλούν την ασφάλεια του παράκτιου κράτους”.


Να σημειωθεί ότι όλα τα νησιά που συντηρούν ή μπορούν να συντηρήσουν ζωή διαθέτουν ΑΟΖ, αν και η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου δείχνει ότι στις περιπτώσεις των νησιών, συνήθως αναγνωρίζονται περιορισμοί.
Όπως αντιλαμβάνεται κανείς, στην περίπτωση που τα δικαιώματα ΑΟΖ μεταξύ όμορων κρατών επικαλύπτονται (όπως στην περίπτωση της Ελλάδος με την Ιταλία, την Αλβανία, την Τουρκία, την Αίγυπτο, τη Λιβύη, ενδεχομένως και την Κύπρο), τότε η χάραξη γίνεται είτε ύστερα από απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ τους, είτε με προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο, όπου, συνήθως, λαμβάνεται, λίγο έως πολύ, υπόψη η “αρχή της μέσης γραμμής”, αλλά και η αρχή της αναλογικότητας και η γεωγραφία της κάθε περίπτωσης (Για μια συνοπτική παρουσίαση της νομολογίας, βλ. Shi Jiuyong, “Maritime Delimitation in the Jurisprudence of the International Court of Justice”, στο Chinese Journal of International Law, τευχ. 9 (2010), σσ. 271-291).


Είναι λοιπόν πασιφανές ότι είναι προς το συμφέρον της Ελλάδας να κηρύξει ΑΟΖ, τόσο για πολιτικούς, όσο και για οικονομικούς λόγους και κυρίως για την έρευνα και εκμετάλλευση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων, τα οποία ενδεχομένως να υπάρχουν γύρω από τα χωρικά μας ύδατα.
Γιατί λοιπόν δεν το κάνει;
Η απάντηση είναι απλή:
Διότι και να το κάνει, δεν θα μπορεί να την οριοθετήσει, αφού θα χρειαστεί η συναίνεση της Τουρκίας, ενώ και οι διαπραγματεύσεις με τις υπόλοιπες όμορες χώρες αποδεικνύονται μέχρι σήμερα εξαιρετικά περίπλοκες, εν μέρει και λόγω της επιρροής που τους ασκεί η Άγκυρα. Επομένως και να κηρύξουμε ΑΟΖ, θα έχουμε κάνει μία τρύπα στο νερό, αφού, όπως συμβαίνει και με την περίπτωση της υφαλοκρηπίδας, η οποία δεν έχει οριοθετηθεί, πάλι δεν θα μπορούμε να κάνουμε έρευνες για πετρέλαιο έξω από τα χωρικά ύδατα των έξι μιλίων.


Το δεύτερο ερώτημα, είναι γιατί δεν το κάνουμε ούτως ή άλλως;
Η απάντηση είναι ότι με αυτόν τον τρόπο θα τορπιλιστούν οι διερευνητικές επαφές που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας με την Τουρκία. Οι διαπραγματεύσεις κρατούν χρόνια, είναι επίπονες και περίπλοκες και καμία κυβέρνηση δεν θα ήθελε να χαραμίσει τόσες προσπάθειες για μία κίνηση αμιγώς συμβολικού χαρακτήρα, προς ικανοποίηση των κάθε λογής μαξιμαλιστών στο εσωτερικό της χώρας.


Το τρίτο ερώτημα είναι για ποιο λόγο δεν οριοθετούμε την ΑΟΖ μας με τους Κυπρίους, με τους οποίους τουλάχιστον είναι εύκολο να συμφωνήσουμε, με δεδομένο μάλιστα ότι η ΑΟΖ από το “νησιωτικό σύμπλεγμα” του Καστελόριζου (Μεγίστης) εφάπτεται με την ΑΟΖ της Κύπρου.
Οι απαντήσεις είναι δύο.


Πρώτον, δεν ανήκει όλο το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου στην Ελλάδα. Όπως πολύ σωστά επεσήμανε στην Καθημερινή της Κυριακής ο Γιάννης Γρηγοριάδης, “μια απλή ματιά στον χάρτη της περιοχής αποκαλύπτει ότι το νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα.
Πέραν της Μεγίστης, του Αγίου Γεωργίου (Ρω), της Στρογγυλής και μερικών βραχονησίδων στην είσοδο του λιμένος της Μεγίστης, υπάρχουν οι νήσοι Καράβολα (Κέκοβα), Αλιμενταριά, Δασειά και πολλές βραχονησίδες, οι οποίες παραχωρήθηκαν στην Τουρκία βάσει της ιταλοτουρκικής συμφωνίας του 1932. Προκαλεί πραγματικά έκπληξη πώς «διακεκριμένοι ακαδημαϊκοί και ειδικοί επί του διεθνούς δικαίου» οι οποίοι διετύπωσαν και προτάσεις για την οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων της Ελλάδος δεν μπήκαν στον κόπο καν να μελετήσουν την ιταλοτουρκική συμφωνία του 1932 ή έστω να δουν ένα χάρτη της περιοχής στο Διαδίκτυο. Είναι και αυτή μια άποψη περί υπευθυνότητος”.


Ο δεύτερος και βασικότερος λόγος είναι ότι ακόμη και αν οριοθετήσουμε ΑΟΖ που να εφάπτεται με της Κύπρου, η Τουρκία απλούστατα δεν θα τη σεβαστεί. Θα στείλει κάνα-δυο πλοία μέσα σε αυτήν και εμείς τότε θα έχουμε δύο επιλογές: Είτε να “να κάνουμε τους Κινέζους” και να εξευτελιστούμε, είτε να πάμε σε πόλεμο.
Αυτές τις ημέρες λοιπόν, που συμπληρώνονται 15 χρόνια από τα Ίμια, καλό είναι να αναλογιστούμε τι μας προτείνει η αντιπολίτευση. Φυσικά, η κυβέρνηση (όπως και κάθε κυβέρνηση) δεν μπορεί να πει επισήμως, αυτό που μόλις έγραψα. Αλλά αυτή είναι η αλήθεια - ότι δηλαδή δεν είμαστε για πολέμους τώρα. Να σημειωθεί εδώ ότι η Κύπρος οριοθέτησε ΑΟΖ μόνο στη νότια πλευρά της (όχι από την πλευρά της Τουρκίας) και έχοντας τις πλάτες του Ισραήλ. Κανένας από αυτούς τους δύο κρίσιμους παράγοντες δεν ισχύει στην περίπτωση του Καστελόριζου.


Τι μας απομένει λοιπόν να κάνουμε;
Έχουμε δύο επιλογές:


Η πρώτη είναι να συνεχίσουμε τις διαπραγματεύσεις με την Τουρκία για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας μας, με την ελπίδα ότι η κυβέρνηση Ερντογάν θα αποδειχθεί πιο διαλλακτική, όχι μόνο στα λόγια, αλλά και στα έργα. Αν καταλήξουμε κάπου, τότε θα λυθεί η βασική διμερής μας διαφορά με την Τουρκία, που τροφοδοτεί την ένταση και τις τεράστιες δαπάνες σε εξοπλισμούς, αλλά και το πρόβλημα της έρευνας για υδρογονάνθρακες. Παράλληλα, θα πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες για οριοθέτηση ΑΟΖ με τους γείτονές μας προς Νότο και προς Δυσμάς. Όσο αποκαθίσταται το κύρος της Ελλάδας στη διεθνή σκηνή, τόσο πιο ευνοϊκές θα είναι οι συνθήκες αυτών των διαπραγματεύσεων.


Το δεύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσφύγουμε στο Διεθνές Δικαστήριο.
Σε μία τέτοια περίπτωση, όμως, πρέπει να έχουμε κατά νου τα εξής:
πρώτον, δεν υπάρχει περίπτωση να αναγνωριστεί ΑΟΖ 200 μιλίων στο Καστελόριζο και να εγκλωβιστεί η Τουρκία από την πρόσβασή της στην ανοικτή θάλασσα, ανάμεσα σε Ελλάδα και Κύπρο. Αυτό έχει δείξει η νομολογία.
Επίσης, το Διεθνές Δικαστήριο δεν θα αναγνωρίσει το Αιγαίο ως “ελληνική λίμνη”, όπως ελπίζουμε, αλλά ούτε και θα το κόψει στη μέση, όπως θέλουν οι Τούρκοι. Θα βρει μία λύση που θα διασφαλίζει τα οικονομικά συμφέροντα και την ασφάλεια και των δύο κρατών.
Είμαστε όμως έτοιμοι να δεχθούμε τέτοιες αποφάσεις;
Ν.Μαλεβίτης
http://www.roufianos.com
 
Top