(Documento Creative, EUROKINISSI, Unsplash)
Εκρηκτικό μείγμα
Διαμορφώνεται λοιπόν ένα εκρηκτικό μείγμα για την οικονομία, με το ενεργειακό κόστος να απειλεί να πυροδοτήσει νέο πληθωριστικό κύκλο. Η διεθνής τιμή του πετρελαίου ξεπέρασε τα 110 δολάρια ανά βαρέλι, σημειώνοντας άνοδο περίπου 4% μέσα σε μία εβδομάδα. ΗΠΑ και Ισραήλ, τουλάχιστον σε επίπεδο δηλώσεων, ετοιμάζονται να εισέλθουν εκ νέου σε πολεμικές αντιπαραθέσεις με το Ιράν. Οι αγορές φοβούνται ότι η ένταση στη Μέση Ανατολή και κυρίως ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης στα Στενά του Ορμούζ μπορεί να περιορίσουν δραματικά τη διεθνή προσφορά πετρελαίου.
Για την Ελλάδα όμως το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο και δεν εντάσσεται στο πλαίσιο μιας προσωρινής διεθνούς αναταραχής. Η ελληνική οικονομία παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από εισαγόμενη ενέργεια και από οδικές μεταφορές, κάτι που σημαίνει ότι κάθε διεθνής αύξηση περνά σχεδόν αυτόματα στην τσέπη των πολιτών και στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Ηδη η χονδρική τιμή της αμόλυβδης στα διυλιστήρια κινείται κοντά στο 1,60 ευρώ ανά λίτρο χωρίς ΦΠΑ, ενώ το πετρέλαιο κίνησης βρίσκεται κοντά στο 1,30 ευρώ. Μέσα σε μία εβδομάδα οι τιμές αυξήθηκαν κατά 5 έως 6 λεπτά ανά λίτρο χωρίς φόρους, εξέλιξη που μεταφράζεται σε τελική επιβάρυνση περίπου 7 λεπτών στην αντλία.
Παράγοντες της αγοράς θεωρούν σχεδόν βέβαιο ότι επίκειται νέο κύμα αυξήσεων της τάξης του 1 έως 1,5 λεπτού ανά λίτρο μέσα στις επόμενες ημέρες. Αν επιβεβαιωθεί το σενάριο περαιτέρω ανόδου του πετρελαίου προς τα 130 ή ακόμη και τα 150 δολάρια ανά βαρέλι, σε περίπτωση κλιμάκωσης στα Στενά του Ορμούζ, τότε η αμόλυβδη στην Ελλάδα μπορεί να κινηθεί ακόμη και προς τα 2,50 έως 2,70 ευρώ το λίτρο.
Αλυσιδωτές επιπτώσεις
Ποιες οι πρακτικές συνέπειες αυτού του δυστοπικού σεναρίου; Ενα μέσο νοικοκυριό με δύο αυτοκίνητα μπορεί να επιβαρυνθεί κατά 150 έως 200 ευρώ επιπλέον κάθε μήνα μόνο από τα καύσιμα. Ταυτόχρονα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος περνά στις μεταφορές, στα logistics, στα τρόφιμα και τελικά σε ολόκληρη την αγορά. Οι μεταφορικές επιχειρήσεις βλέπουν ήδη το λειτουργικό τους κόστος να αυξάνεται έως και 20%, ενώ ο πρωτογενής τομέας (αγροτιά) επιβαρύνεται άμεσα από την άνοδο του πετρελαίου κίνησης.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός νέου «πληθωρισμού δεύτερου γύρου», όπου οι αυξήσεις στα καύσιμα μετατρέπονται σε γενικευμένες ανατιμήσεις. Τρόφιμα, μεταφορικά, ακτοπλοϊκά εισιτήρια, τουριστικά πακέτα, υπηρεσίες και λιανεμπόριο αναμένεται να δεχτούν νέες πιέσεις.
Οι ευθύνες Μητσοτάκη
Ολα αυτά σε μια χώρα όπου οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν από τους χαμηλότερους στην ευρωζώνη και η αγοραστική δύναμη έχει ήδη υποστεί τέτοια διάβρωση από την αισχροκέρδεια των τελευταίων ετών, που πλέον κατατάσσεται ως η φτωχότερη μαζί με τη Βουλγαρία ευρωπαϊκή χώρα. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τις συνέπειες μιας πολιτικής που στηρίχτηκε υπερβολικά στην επικοινωνία των «ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης», χωρίς να αντιμετωπίσει τις βαθιές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.
Παρά τα υπερκέρδη που καταγράφηκαν στην αγορά ενέργειας τα προηγούμενα χρόνια, δεν δημιουργήθηκε ουσιαστικός μηχανισμός προστασίας της αγοράς από ακραίες διακυμάνσεις. Οι παρεμβάσεις περιορίστηκαν κυρίως σε προσωρινές επιδοτήσεις που επιβάρυναν τα δημόσια οικονομικά χωρίς να λύνουν το πρόβλημα. Σήμερα το κυβερνητικό επιτελείο βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Αν προχωρήσει σε νέες επιδοτήσεις καυσίμων, το δημοσιονομικό κόστος μπορεί να εκτοξευτεί σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Αν δεν παρέμβει, η κοινωνική πίεση θα αυξηθεί δραματικά. Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η κρίση έρχεται σε μια περίοδο υψηλών επιτοκίων και ακριβού κρατικού δανεισμού. Σε αντίθεση με το 2020 ή το 2021, η Ελλάδα δεν διαθέτει πλέον το περιβάλλον φτηνού χρήματος που επέτρεπε μεγάλες δημοσιονομικές παρεμβάσεις χωρίς άμεσο κόστος.
Ανάπτυξη στο μηδέν
Οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη είναι πλέον ορατοί. Ιστορικά, κάθε αύξηση κατά 10 δολάρια στην τιμή του πετρελαίου αφαιρεί έως και 0,4% από το ελληνικό ΑΕΠ. Εάν η κρίση παραταθεί, η ανάπτυξη μπορεί να υποχωρήσει στα επίπεδα του μηδενός, ενώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και οι πληθωριστικές πιέσεις θα επιδεινωθούν εκ νέου. Η ελληνική οικονομία είναι ακόμη μία φορά γυμνή απέναντι σε διεθνείς ενεργειακές κρίσεις. Και η κυβέρνηση καλείται πλέον να εξηγήσει γιατί, ύστερα από έξι χρόνια διακυβέρνησης, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται τόσο εκτεθειμένη σε κάθε διεθνές σοκ, με το κόστος να μεταφέρεται σχεδόν αυτούσιο στα νοικοκυριά και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ ο πακτωλός χρήματος από το Ταμείο Ανάκαμψης βρίσκεται στα χέρια των ολίγων.
Διαμορφώνεται λοιπόν ένα εκρηκτικό μείγμα για την οικονομία, με το ενεργειακό κόστος να απειλεί να πυροδοτήσει νέο πληθωριστικό κύκλο. Η διεθνής τιμή του πετρελαίου ξεπέρασε τα 110 δολάρια ανά βαρέλι, σημειώνοντας άνοδο περίπου 4% μέσα σε μία εβδομάδα. ΗΠΑ και Ισραήλ, τουλάχιστον σε επίπεδο δηλώσεων, ετοιμάζονται να εισέλθουν εκ νέου σε πολεμικές αντιπαραθέσεις με το Ιράν. Οι αγορές φοβούνται ότι η ένταση στη Μέση Ανατολή και κυρίως ο κίνδυνος αποσταθεροποίησης στα Στενά του Ορμούζ μπορεί να περιορίσουν δραματικά τη διεθνή προσφορά πετρελαίου.
Για την Ελλάδα όμως το πρόβλημα είναι πολύ βαθύτερο και δεν εντάσσεται στο πλαίσιο μιας προσωρινής διεθνούς αναταραχής. Η ελληνική οικονομία παραμένει σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από εισαγόμενη ενέργεια και από οδικές μεταφορές, κάτι που σημαίνει ότι κάθε διεθνής αύξηση περνά σχεδόν αυτόματα στην τσέπη των πολιτών και στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Ηδη η χονδρική τιμή της αμόλυβδης στα διυλιστήρια κινείται κοντά στο 1,60 ευρώ ανά λίτρο χωρίς ΦΠΑ, ενώ το πετρέλαιο κίνησης βρίσκεται κοντά στο 1,30 ευρώ. Μέσα σε μία εβδομάδα οι τιμές αυξήθηκαν κατά 5 έως 6 λεπτά ανά λίτρο χωρίς φόρους, εξέλιξη που μεταφράζεται σε τελική επιβάρυνση περίπου 7 λεπτών στην αντλία.
Παράγοντες της αγοράς θεωρούν σχεδόν βέβαιο ότι επίκειται νέο κύμα αυξήσεων της τάξης του 1 έως 1,5 λεπτού ανά λίτρο μέσα στις επόμενες ημέρες. Αν επιβεβαιωθεί το σενάριο περαιτέρω ανόδου του πετρελαίου προς τα 130 ή ακόμη και τα 150 δολάρια ανά βαρέλι, σε περίπτωση κλιμάκωσης στα Στενά του Ορμούζ, τότε η αμόλυβδη στην Ελλάδα μπορεί να κινηθεί ακόμη και προς τα 2,50 έως 2,70 ευρώ το λίτρο.
Αλυσιδωτές επιπτώσεις
Ποιες οι πρακτικές συνέπειες αυτού του δυστοπικού σεναρίου; Ενα μέσο νοικοκυριό με δύο αυτοκίνητα μπορεί να επιβαρυνθεί κατά 150 έως 200 ευρώ επιπλέον κάθε μήνα μόνο από τα καύσιμα. Ταυτόχρονα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος περνά στις μεταφορές, στα logistics, στα τρόφιμα και τελικά σε ολόκληρη την αγορά. Οι μεταφορικές επιχειρήσεις βλέπουν ήδη το λειτουργικό τους κόστος να αυξάνεται έως και 20%, ενώ ο πρωτογενής τομέας (αγροτιά) επιβαρύνεται άμεσα από την άνοδο του πετρελαίου κίνησης.
Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός νέου «πληθωρισμού δεύτερου γύρου», όπου οι αυξήσεις στα καύσιμα μετατρέπονται σε γενικευμένες ανατιμήσεις. Τρόφιμα, μεταφορικά, ακτοπλοϊκά εισιτήρια, τουριστικά πακέτα, υπηρεσίες και λιανεμπόριο αναμένεται να δεχτούν νέες πιέσεις.
Οι ευθύνες Μητσοτάκη
Ολα αυτά σε μια χώρα όπου οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν από τους χαμηλότερους στην ευρωζώνη και η αγοραστική δύναμη έχει ήδη υποστεί τέτοια διάβρωση από την αισχροκέρδεια των τελευταίων ετών, που πλέον κατατάσσεται ως η φτωχότερη μαζί με τη Βουλγαρία ευρωπαϊκή χώρα. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τις συνέπειες μιας πολιτικής που στηρίχτηκε υπερβολικά στην επικοινωνία των «ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης», χωρίς να αντιμετωπίσει τις βαθιές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας.
Παρά τα υπερκέρδη που καταγράφηκαν στην αγορά ενέργειας τα προηγούμενα χρόνια, δεν δημιουργήθηκε ουσιαστικός μηχανισμός προστασίας της αγοράς από ακραίες διακυμάνσεις. Οι παρεμβάσεις περιορίστηκαν κυρίως σε προσωρινές επιδοτήσεις που επιβάρυναν τα δημόσια οικονομικά χωρίς να λύνουν το πρόβλημα. Σήμερα το κυβερνητικό επιτελείο βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Αν προχωρήσει σε νέες επιδοτήσεις καυσίμων, το δημοσιονομικό κόστος μπορεί να εκτοξευτεί σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ. Αν δεν παρέμβει, η κοινωνική πίεση θα αυξηθεί δραματικά. Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι η κρίση έρχεται σε μια περίοδο υψηλών επιτοκίων και ακριβού κρατικού δανεισμού. Σε αντίθεση με το 2020 ή το 2021, η Ελλάδα δεν διαθέτει πλέον το περιβάλλον φτηνού χρήματος που επέτρεπε μεγάλες δημοσιονομικές παρεμβάσεις χωρίς άμεσο κόστος.
Ανάπτυξη στο μηδέν
Οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη είναι πλέον ορατοί. Ιστορικά, κάθε αύξηση κατά 10 δολάρια στην τιμή του πετρελαίου αφαιρεί έως και 0,4% από το ελληνικό ΑΕΠ. Εάν η κρίση παραταθεί, η ανάπτυξη μπορεί να υποχωρήσει στα επίπεδα του μηδενός, ενώ το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και οι πληθωριστικές πιέσεις θα επιδεινωθούν εκ νέου. Η ελληνική οικονομία είναι ακόμη μία φορά γυμνή απέναντι σε διεθνείς ενεργειακές κρίσεις. Και η κυβέρνηση καλείται πλέον να εξηγήσει γιατί, ύστερα από έξι χρόνια διακυβέρνησης, η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται τόσο εκτεθειμένη σε κάθε διεθνές σοκ, με το κόστος να μεταφέρεται σχεδόν αυτούσιο στα νοικοκυριά και στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ενώ ο πακτωλός χρήματος από το Ταμείο Ανάκαμψης βρίσκεται στα χέρια των ολίγων.