Μια βαλίτσα πάντα κάτω από το κρεβάτι, έτοιμη να ταξιδέψει μαζί σου σε έναν προορισμό που δεν καθορίστηκε ποτέ από την αρχή.
Την αποφασίζει μόνη της η στιγμή όταν φτάνεις άλλοτε σε κάποιο γκισέ αεροδρομίου κι άλλοτε βάζοντας μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου.

Σε κάποια ταξίδια δεν θες παρέα.
Κάποια μέρη δεν θα τα μοιραστείς ποτέ και με κανέναν γιατί κανείς δεν κέρδισε το δικαίωμα αυτό στην ζωή σου.

Το δικαίωμα να κάνει τα μέρη σου δικά του.
Το δικαίωμα να μπει μέσα στις μνήμες, μέσα στο χώρο και το χρόνο και να σε δει άλλοτε ανέμελη με λυτά μαλλιά και χωρίς ίχνος μακιγιάζ για μέρες να κυκλοφορείς ξυπόλητη κι άλλοτε αμίλητη και χαμένη στις σκέψεις σου σε μια αμμουδιά στη διασταύρωση του ποτέ και του τώρα.

Αυτά τα μέρη δεν κουβαλάνε τίποτα δήθεν μέσα τους. Αυτά τα μέρη τα αγάπησες, τα σεβάστηκες και τα περπάτησες χωρίς να αφήσεις τα σημάδια σου.

Δεν τα χάραξες με έρωτες, δεν τα λεηλάτησες με χωρισμούς.
Τα κράτησες σαν τα πολύτιμά σου για να μπορείς να γυρνάς όταν η ψυχή σου το επιτάσσει.

Σ’αυτά τα μέρη γυρνάς πάντα μόνη.
Πάντα.
Γιατί εκεί υπήρξες εσύ. Εσύ χωρίς ρόλο. Εσύ χωρίς μάσκα. Εσύ χωρίς δικλείδες ασφαλείας.

Εκεί υπήρξες η αλήθεια σου και τα μέρη αυτά είναι η λύτρωσή σου όταν όλα γύρω σου μοιάζουν αδιέξοδα.

Γυρνάς πάντα μόνη.
Δεν θες παρέα. Δεν αναζητάς ανθρώπους να σου κρατήσουν το χέρι. Δεν αναζητάς καμιά αγκαλιά.
Εκεί, αγκαλιά σε παίρνουν οι μνήμες σου, οι στιγμές σου.

Κι ας πέρασαν χρόνια που δεν βρέθηκες εκεί. Κι ας πέρασαν καλοκαίρια που δεν γύρισες. Κι ας πέρασαν χειμώνες που δεν περπάτησες εκεί.


Τα μέρη σου ξέρουν πότε χάνεσαι σε έρωτες και πάθη και λάθη.
Ξέρουν πότε να σε περιμένουν να σε κρύψουν.
Ξέρουν πότε είναι η ώρα να σε καλέσουν να πας.

Τα μέρη που δεν μοιράστηκες είναι δικά σου γιατί όταν σου στέλνουν τους ανέμους να σε καλέσουν δεν αντιστέκεσαι ποτέ.

Ακούς το κάλεσμα μέσα από τον αέρα που τα παίρνει όλα, μαζί κι εσένα και τίποτα δεν μπορεί να μπει εμπόδιο στο ταξίδι αυτό.

Έτσι βρέθηκες κι εσύ εκεί. Την πιο κρύα μέρα τούτου του χειμώνα, σε ένα μέρος ξεχασμένο και κρύο.
Ανάμεσα σε σπίτια που δεν έχουν τίποτα το εντυπωσιακό κι όμως το καθένα από αυτά κάτι σου λέει.

Περπατάς κι όσο το κρύο παγώνει το πρόσωπό σου σε βλέπεις να τρέχεις στα στενάκια, να γελάς δυνατά και ανέμελα.
Το κινητό σου δεν έχει σήμα και να είχε, πάλι κλειστό θα το είχες.

Στέκεσαι στην άκρη της θάλασσας.
Το νερό παγώνει τα πόδια σου μα δεν σε νοιάζει.
Θες απαντήσεις κι εκείνη το ξέρει. Το ξέρει καλά..
Τις έχει ακούσει κάθε φορά που τις κραύγαζες μέσα στις σιωπές σου.

Άλλος ένας έρωτας που ζει στο χθες και στοιχειώνει το σήμερα.
Κλεμμένες στιγμές από το τώρα για να αντέξει το αύριο.
Λέξεις εύκολα ειπωμένες, αισθήματα αναλώσιμα, τόσο όσο.

Αγκαλιές που δεν θα έκλειναν ποτέ, φιλιά που δεν θα στέγνωναν στο χρόνο. Αγγίγματα που δεν θα πάγωναν το χειμώνα.

Λόγια, λόγια, λόγια…
Γελάς σαν παιδί ξανά κι ας ξέρεις πως σε λίγο θα ξεσπάσεις σε λυγμούς.

Η θάλασσά σου, είχε έτοιμη την απάντηση από την αρχή.
Εκείνη ήξερε…

Με χθεσινά φιλιά και δανεικές αγκαλιές, δεν έζησε κανείς κορίτσι μου!

Και τώρα ξέρεις κι εσύ!

Της Σοφίας Παπαηλιάδου
loading...
 
Top