Manos Lambrakis
Διάβασα σήμερα εδώ στο Facebook μια μικρή ανακοίνωση για την αυριανή ταφή ενός ανθρώπου και σκέφτηκα ότι μερικές από τις σοβαρότερες ειδήσεις μιας κοινωνίας περνούν σχεδόν απαρατήρητες.
Ο Γιώργος Εγγλεζάκης πέθανε στο Νοσοκομείο Αλεξάνδρα.
Τα τελευταία χρόνια είχε γνωρίσει την οικονομική κατάρρευση, την αστεγία, την απορία, την ασθένεια.
Αύριο θα ενταφιαστεί στο Γ΄ Νεκροταφείο Αθηνών, με τη φροντίδα του Δήμου Αλίμου και του γραφείου τελετών Παναγουλόπουλος.
Κι αυτή η λιτή πληροφορία με σταμάτησε. Γιατί η φτώχεια, τελικά, μπορεί να ακολουθήσει έναν άνθρωπο μέχρι τον θάνατό του. Ακόμη και το τελευταίο αντίο έχει κόστος: κάποιος πρέπει να παραλάβει και να φροντίσει το σώμα, να το μεταφέρει, να αναλάβει την ταφή.
H χειρονομία ενός Δήμου και ενός γραφείου τελετών αποκτά άλλο βάρος. Όχι επειδή πρέπει να μετατρέψουμε το αυτονόητο σε φιλανθρωπικό κατόρθωμα, αλλά επειδή το αυτονόητο παύει συχνά να είναι αυτονόητο για εκείνον που δεν έχει χρήματα. Στο τέλος μιας ζωής που δοκιμάστηκε σκληρά, κάποιοι αναλαμβάνουν να εξασφαλίσουν ότι η τελευταία πράξη απέναντι στον Γιώργο δεν θα καθοριστεί από το πορτοφόλι που δεν είχε.
Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν μπορεί να είναι υπηρεσία που αγοράζεται.
Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος που κάποια στιγμή δεν είχε ούτε σπίτι για τον εαυτό του εξακολουθούσε να φροντίζει ζώα.
Τον γνώρισαν πριν από δέκα χρόνια στη Μαρίνα Αλίμου, με αφορμή μια εγκαταλειμμένη σκυλίτσα και τα κουτάβια της, και στο Κάτω Καλαμάκι τον ήξεραν ως έναν άνθρωπο που σταματούσε, κοίταζε, βοηθούσε όσο μπορούσε.
Δεν χρειάζεται να εξαγνίσουμε τη φτώχεια. Η αστεγία δεν κάνει κανέναν καλύτερο άνθρωπο. Εκείνο που έχει σημασία είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο: ο Γιώργος δεν βοηθούσε από το περίσσευμα αλλά μέσα από τη δική του έλλειψη.
Ο άστεγος και το αδέσποτο ασφαλώς δεν είναι το ίδιο. Συναντώνται όμως σε μια τρομακτική εμπειρία της μεγάλης πόλης: μπορεί να βρίσκεσαι κάθε μέρα μπροστά στα μάτια εκατοντάδων ανθρώπων και κανείς να μη σε κοιτάζει πραγματικά.
Ο Γιώργος ήξερε, με τον δικό του τρόπο, τι σημαίνει να κινδυνεύεις να γίνεις αόρατος. Και παρ’ όλα αυτά δεν έπαψε να βλέπει. Έβλεπε ένα πεινασμένο ζώο, ένα εγκαταλειμμένο κουτάβι, ένα πλάσμα που χρειαζόταν κάποιον να σταθεί δίπλα του. Δεν έκανε τη δική του εγκατάλειψη άλλοθι για να αδιαφορήσει για την εγκατάλειψη του άλλου. Και αυτή είναι μια πολύ σπάνια μορφή γενναιοδωρίας.
Κανείς δεν καταγράφει τέτοιες ζωές.
Τι ακριβώς να γράψει κανείς για έναν άστεγο που τάιζε αδέσποτα; Δεν αφήνει πίσω του ίδρυμα, δωρεά, τίτλους, ένα έργο που μπορεί εύκολα να μετρηθεί.
Οι πράξεις του μένουν κυρίως στη ζωή εκείνων που τις είδαν και, στην περίπτωση του Γιώργου, σε ζώα που φυσικά δεν μπορούν να διηγηθούν ποιος τα τάισε, ποιος τα προστάτευσε, ποιος σταμάτησε όταν οι άλλοι συνέχισαν τον δρόμο τους.
Κι εδώ η ιστορία κλείνει με έναν τρόπο που δεν χρειάζεται να τον εξωραΐσουμε. Ο άνθρωπος που για χρόνια έβλεπε όσα οι περισσότεροι προσπερνούσαν βρίσκεται τώρα ο ίδιος μπροστά σε ανθρώπους που αρνούνται να τον προσπεράσουν.
Ο Δήμος Αλίμου, το γραφείο τελετών Παναγουλόπουλος, οι εθελοντές και όσοι θα βρεθούν αύριο στην ταφή του δεν μπορούν να αλλάξουν όσα προηγήθηκαν. Μπορούν όμως να κάνουν κάτι που αποκτά τεράστια σημασία ακριβώς επειδή είναι τόσο απλό: να πουν, με την παρουσία και τη φροντίδα τους, ότι ένας άνθρωπος που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στο κοινωνικό περιθώριο δεν θα περάσει αόρατος και από τον θάνατο.
https://www.facebook.com/share/p/1NmUxgsVBs/?mibextid=wwXIfr
Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση
 
Top