
Έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 92 ετών, η αγαπημένη ηθοποιός Μάρω Κοντού, σκορπίζοντας βαθιά θλίψη στον καλλιτεχνικό κόσμο.
Πριν από δύο εβδομάδες είχε λάβει εξιτήριο από το νοσοκομείο «Αττικόν», όπου νοσηλεύτηκε για 15 ημέρες έπειτα από πτώση στο σπίτι της, η οποία της προκάλεσε κάκωση στο αριστερό ισχίο και κάταγμα πλευρού. Καθ’ όλη τη διάρκεια της νοσηλείας της υποβαλλόταν στις απαραίτητες εξετάσεις, λάμβανε την ενδεδειγμένη θεραπευτική αγωγή και οι θεράποντες ιατροί παρακολουθούσαν στενά την πορεία της υγείας της. Αφού η κατάστασή της σταθεροποιήθηκε, έλαβε εξιτήριο και επέστρεψε στο σπίτι της.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΠΟΕΔΗΝ, Μιχάλη Γιαννάκο, η υγεία της επιδεινώθηκε αισθητά, με αποτέλεσμα να διακομιστεί εκ νέου, αυτή τη φορά στο νοσοκομείο «Άγιος Σάββας». Παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των γιατρών, η Μάρω Κοντού κατέληξε λίγες ημέρες αργότερα.
Η Μάρω Κοντού υπήρξε μία από τις τελευταίες μεγάλες κυρίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου. Γοητευτική, αέρινη, με ξεχωριστή φινέτσα και δυναμική προσωπικότητα, σφράγισε με την παρουσία και το ταλέντο της την ελληνική καλλιτεχνική σκηνή για σχεδόν έξι δεκαετίες.
Από τα πρώτα της βήματα κατάφερε να ξεχωρίσει, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα μέσα από ερμηνείες που τη συνέδεσαν με ορισμένες από τις σημαντικότερες μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.

Η Γυνή να Φοβείται τον Άνδρα» (1965) – Γιώργος Κωνσταντίνου – Δέσπω Διαμαντίδου – Μάρω Κοντού
Τα πρώτα χρόνια: Οι καλλιτεχνικές ανησυχίες και το «Σαμποτάζ»
Γεννημένη στις 21 Ιουνίου 1934 στο Κουκάκι της Αθήνας, στην ίδια γειτονιά με τον Μάριο Πλωρίτη και τη Νάνα Μούσχουρη, μεγάλωσε με τη μητέρα και τη γιαγιά της, καθώς έχασε τον έμπορο πατέρα της από φυματίωση όταν ήταν μόλις δύο ετών. Από εκείνον, ωστόσο, που ζωγράφιζε και έγραφε στίχους, κληρονόμησε τις καλλιτεχνικές της ευαισθησίες.
Αρχικά σπούδασε χορό στη σχολή της Κούλας Πράτσικα (νυν Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης). Αν και κέρδισε υποτροφία για τη σχολή HLADEK στη Γερμανία, οι οικονομικές δυσκολίες δεν της επέτρεψαν να φύγει. Η οικογένειά της την πίεσε να δώσει εξετάσεις για πρόσληψη στην Εθνική Τράπεζα, όμως η ίδια, αποφασισμένη να ακολουθήσει το όνειρό της, «σαμποτάρισε» τη διαδικασία παραδίδοντας μια κόλλα που έγραφε: «Δεν μ’ ενδιαφέρει να προσληφθώ, με πιέζουν, ευχαριστώ».
Το 1953 πέρασε από οντισιόν του Δημήτρη Ροντήρη για το Εθνικό Θέατρο, όπου προσλήφθηκε ως μέλος του χορού στο αρχαίο δράμα (μαζί με τη Μαίρη Χρονοπούλου). Λίγο αργότερα, η Ανωτάτη Κρατική Επιτροπή του Υπουργείου Παιδείας της απένειμε την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού ως «εξαιρετικό ταλέντο».

Μια λαμπρή θεατρική πορεία
Η πρώτη της εμφάνιση έγινε το 1953 στον «Ιππόλυτο» στο Ηρώδειο, παράσταση που το επόμενο καλοκαίρι εγκαινίασε τον θεσμό των Επιδαύριων. Μέχρι το 1958 παρέμεινε στο Εθνικό Θέατρο, παίζοντας δίπλα στους Κατίνα Παξινού, Αλέξη Μινωτή και Άννα Συνοδινού.
Το 1958 μεταπήδησε στο ελεύθερο θέατρο. Πρώτος ο Ντίνος Ηλιόπουλος και η Μαίρη Αρώνη την έχρισαν πρωταγωνίστρια στην «Κυρία του Κυρίου» (1958) και στο «Φωνάζει ο Κλέφτης». Εκεί την ξεχώρισε ο Άλκης Στέας και τη σύστησε στον Δημήτρη Χορν, δίπλα στον οποίο αντικατέστησε την Έλλη Λαμπέτη μετά τον χωρισμό του ζευγαριού, πρωταγωνιστώντας για τρεις σεζόν με αρχή το «Ρομανσέρο» (1959-60).
Το 1962, ο Μάνος Χατζιδάκις την επέλεξε για τη θρυλική «Οδό Ονείρων», όπου η Μάρω Κοντού ξεδίπλωσε και το εξαιρετικό φωνητικό της ταλέντο, ερμηνεύοντας διαχρονικές επιτυχίες όπως η «Μαύρη Φορντ», οι «Αδελφές Τατά» και το «Πουλί» (καθώς και το «Σ’ αυτό τον δρόμο» του Γ. Κατσαρού αργότερα στο σινεμά).
Συνολικά συμμετείχε σε περισσότερες από 90 θεατρικές παραστάσεις. Τη δεκαετία του 1970 καθιερώθηκε μέσα από μεγάλες εμπορικές επιτυχίες, ως συνθιασάρχισσα δίπλα στους Λάμπρο Κωνσταντάρα, Κώστα Βουτσά και Γιώργο Κωνσταντίνου. Πάντα ανήσυχο και δημιουργικό πνεύμα, συνέχισε να αναζητά νέες καλλιτεχνικές προκλήσεις, συνεργαζόμενη με νεότερους δημιουργούς, όπως ο Λάκης Λαζόπουλος («Τι είδε ο Γιαπωνέζος», 1987), ο Σταμάτης Κραουνάκης («Χ-Σκηνής», 2008) και ο Γιώργος Καραμίχος («Ελισάβετ – Μια Γυναίκα από Σύμπτωση» του Ντάριο Φο, 2012).

«Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» (1968) -Αλέκος Αλεξανδράκης – Μάρω Κοντού
Η καθιέρωση στη μεγάλη οθόνη
Στον κινηματογράφο πρωτοεμφανίστηκε το 1954 με έναν βουβό ρόλο στο «Χαρούμενο Ξεκίνημα» της Φίνος Φιλμ, στην ίδια χαρακτηριστική σκηνή με τη Μαίρη Χρονοπούλου. Ακολούθησαν δραματικοί και αστυνομικοί ρόλοι («Ο Άνθρωπος του Τραίνου», «Έγκλημα στο Κολωνάκι», «Έγκλημα στα Παρασκήνια», «Κάθαρμα»).
Ο πρώτος της μεγάλος πρωταγωνιστικός ρόλος στη Φίνος Φιλμ ήρθε το 1960 στα «Κίτρινα Γάντια» ως σύζυγος του Νίκου Σταυρίδη, ενώ ακολούθησε «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης» (1963) και το «Αλλοίμονο στους Νέους» (1961) πλάι στον Δημήτρη Χορν.

H Μάρω Κοντού με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα στην ταινία «Της ζήλειας τα καμώματα» (1971)
Συνολικά γύρισε περίπου 60 ταινίες, με σταθμούς στην καριέρα της:
«…Η Γυνή να Φοβείται τον Άνδρα» (1965): Στην ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα, ενσαρκώνοντας την «Ελενίτσα» πλάι στον «Αντωνάκη» (Γιώργο Κωνσταντίνου), δημιούργησαν ένα από τα πιο εμβληματικά ζευγάρια του ελληνικού σινεμά. Είχε προηγηθεί η συνεργασία τους στην «Αντιγόνη» (1961) ως Ισμήνη.
Η συνεργασία με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα: Συμπρωταγωνίστησαν σε 13 ταινίες («Ο Γεροντοκόρος», «Ο Στρίγγλος που Έγινε Αρνάκι», «Μπλοφατζής», «Κρίμα το Μπόι σου»), αποτελώντας ένα τόσο ιδανικό καλλιτεχνικό δίδυμο που το κοινό συχνά πίστευε λανθασμένα πως ήταν ζευγάρι και στη ζωή.

«Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» (1968)
«Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» (1968): Η τελευταία της συνεργασία με τη Φίνος Φιλμ, σε έναν αξέχαστο κεντρικό ρόλο δίπλα στον Αλέκο Αλεξανδράκη.
Με την κάμψη του εμπορικού σινεμά, οι εμφανίσεις της αραίωσαν (ξεχωρίζει «Το Μεγάλο Κανόνι» με τον Θανάση Βέγγο το 1981).
Επέστρεψε κινηματογραφικά το 2012 στο «Αν» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Στην τηλεόραση οι εμφανίσεις της ήταν επιλεκτικές («Ένοχοι», «Το Πάθος»), με πιο πρόσφατη τη δυναμική της επιστροφή το 2021 στη σειρά «Η Γη της Ελιάς».
Προσωπική ζωή, Πολιτική και Ζωγραφική
Στην προσωπική της ζωή, η Μάρω Κοντού πραγματοποίησε δύο γάμους: τον πρώτο με τον γνωστό διευθυντή φωτογραφίας Αριστείδη Καρύδη-Φουκς και τον δεύτερο με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα.

Στιγμιότυπο από τον πρώτο γάμο της με τον Αριστείδη Καρύδη-Φουκς – Η φωτογραφία είναι από το instagram του Άρη Λουπάση

Στιγμιότυπο από τον δεύτερο γάμο της με τον Γιώργο Δόξα
Παράλληλα με την υποκριτική, ανέπτυξε έντονη πολιτική δραστηριότητα με τη Νέα Δημοκρατία. Το 1994 εκλέχθηκε δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηνών (επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου), θέση στην οποία παρέμεινε για επτά χρόνια. Διετέλεσε Πρόεδρος του ραδιοφωνικού σταθμού «Αθήνα 9,84» και του Κέντρου Βρεφών «Μητέρα», ενώ υπηρέτησε και ως βουλευτής στην Α’ Αθηνών σε τρεις κοινοβουλευτικές θητείες (1999-2000, 2003-2004 και 2007).
Τέλος, μια λιγότερο γνωστή αλλά μεγάλη της αγάπη ήταν η ζωγραφική. Είχε παρουσιάσει έργα της σε ατομική έκθεση στην Γκαλερί Αντήνωρ το 1993, ενώ πίνακάς της φιλοξενείται μόνιμα στις συλλογές του Μουσείου Βορρέ.
Η Μάρω Κοντού υπήρξε σύμβολο μιας Ελλάδας γεμάτης λάμψη, ήθος και ταλέντο. Το κενό που αφήνει πίσω της είναι μεγάλο, όμως οι αξέχαστοι ρόλοι της θα συνεχίσουν να μας συντροφεύουν και να μας συγκινούν, κρατώντας τη μνήμη της ζωντανή για πάντα.
