
Του Ανδρέα Καψαμπέλη
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αντιμέτωπος με τη φθίνουσα δημοτικότητά του και σε προσωπικό επίπεδο, αλλεπάλληλες υποθέσεις σκανδάλων, κοινωνική δυσαρέσκεια και εσωκομματική κόπωση, επιστρατεύει κλασικές τεχνικές πολιτικής διαχείρισης «αξιοποιώντας» και την επανεμφάνιση του προκατόχου του Αλέξη Τσίπρα στο προσκήνιο ως επικεφαλής νέου κόμματος.
Προκειμένου να ξεπεράσει τα δικά του αδιέξοδα για το παρόν και το μέλλον, βρίσκει σωσίβιο στο παρελθόν κηρύσσοντας τον πόλεμο σε πολιτικά σκιάχτρα και φαντάσματα με τα οποία ελπίζει ότι θα ενσπείρει τον φόβο στο εκλογικό σώμα και ιδιαίτερα στα τμήματα που έχουν αποστασιοποιηθεί ή και απομακρυνθεί από το κυβερνών κόμμα λόγω της πολιτικής αλλά και της γενικότερης μετάλλαξής του.
Σε μια περίοδο που η ΝΔ δεν καταφέρνει, παρόλες τις επικοινωνιακές ενέσεις, να ανακάμψει ουσιωδώς και στην πρόθεση ψήφου εξακολουθεί να κινείται στην περιοχή του 23-25%, η επάνοδος του κ. Τσίπρα με το νέο του πολιτικό φορέα υπό την ονομασία ΕΛΑΣ προσφέρει στην κυβέρνηση ένα χρήσιμο αντίπαλο δέος. Στο πλαίσιο αυτό μάλιστα η στρατηγική της ελεγχόμενης πόλωσης αποκτά κεντρικό ρόλο καθώς η τροφοδότηση ενός «νέου δικομματισμού» εκτιμάται ότι μπορεί να βοηθήσει και τους δύο πρωταγωνιστές του.
Η ΝΔ πρόκειται να κινηθεί από εδώ και πέρα προβάλλοντας τη διλημματική επιλογή «Μητσοτάκης ή επιστροφή στον Τσίπρα». Και το επικοινωνιακό «φούσκωμα» (είτε είναι πραγματικό είτε όχι) του νέου εγχειρήματος επιχειρείται να λειτουργήσει διπλά για να ενισχύσει την εικόνα του Τσίπρα ως απειλής ώστε να συσπειρώσει το γαλάζιο ακροατήριο και να περιορίσει την αποσυσπείρωση προς τα δεξιότερα ή προς την αδράνεια. Ακόμη και αυτή η αίσθηση της απειλής όμως προβάλλεται «λελογισμένα» για να μην εξελιχθεί σε ομολογία αδυναμίας και απώλειας της πολιτικής κυριαρχίας. Από την άλλη πλευρά το παιχνίδι του νέου δικομματισμού παίζει και ο πρώην πρωθυπουργός, αναπτύσσοντας ευθύς εξ αρχής το αφήγημα ότι είναι αυτός που μπορεί «να νικήσει τον Μητσοτάκη».
Στην πραγματικότητα ο κ. Τσίπρας σε αυτή τη φάση επιδιώκει, προβάλλοντας τα δικά του διλήμματα, να κυριαρχήσει στον χώρο της κεντροαριστεράς και να αναδειχθεί τη βραδιά των εκλογών αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, θέτοντας ως στόχο την επάνοδο στην πρωθυπουργία στον επόμενο εκλογικό κύκλο.
Επιτιθέμενος με διάφορους τρόπους στον κ. Τσίπρα ο κ. Μητσοτάκης τον δυναμώνει μεν ως «βολικό» αντίπαλο, αλλά παράλληλα με αυτή την επιφανειακή σκληρή γραμμή επιχειρεί να επιτύχει κι έναν ακόμη στόχο που δεν είναι άλλος από την εκλογική αποδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ ώστε να πέσει οριστικά από τη δεύτερη θέση. Γνωρίζοντας ότι ακόμη κι αν διατηρήσει την πρωτιά η ΝΔ η αυτοδυναμία είναι ανέφικτη, βλέπει στο ΠΑΣΟΚ ή τουλάχιστον σε ένα τμήμα του τον μελλοντικό εταίρο μιας κυβέρνησης συνεργασίας που με βάση τις υπάρχουσες τάσεις και συσχετισμούς αποτελεί ένα από τα πιο πιθανά σενάρια. Το άλλο συζητούμενο σενάριο είναι ο σχηματισμός μιας ευρύτερης κυβέρνησης με πιο «οικουμενικά» ή «τεχνοκρατικά» χαρακτηριστικά και με επικεφαλής τρίτο πρόσωπο κοινής αποδοχής.
Ο κ. Μητσοτάκης φέρεται να πιστεύει ότι προσφεύγοντας σε δεύτερες ή και ακόμη και τρίτες διαδοχικές εκλογές μπορεί να πιάσει ένα υψηλότερο ποσοστό που θα του επιτρέψει αφενός να παραμείνει στην ηγεσία της ΝΔ και αφετέρου να εκβιάσει τη συνεργασία βουλευτών από το ΠΑΣΟΚ κατά προτίμηση που ως «τσόντα» θα συμβάλουν στον σχηματισμό κυβέρνησης. Προφανής προϋπόθεση για να επιτευχθεί αυτό θεωρείται η απώλεια της δεύτερης θέσης για το κόμμα της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης που θα το καταστήσει έτσι εντελώς ευάλωτο, κάνοντας μάλιστα αρκετούς να προβλέπουν από τώρα ότι θα τερματιστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο και η «συγκατοίκηση» της δεξιόστροφης και αριστερόστροφης πτέρυγας του.
Αυτά τα δεδομένα διαμορφώνουν στο μεταξύ και την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης μεταξύ του ΠΑΣΟΚ και του νέου κόμματος Τσίπρα με «έπαθλο» τη δεύτερη –και πολύτιμη όπως αποδεικνύεται για τις μελλοντικές εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό– θέση. Σε παραπλευρη απώλεια της σύγκρουσης αυτής εξελίσσονται οι δημοσκοπήσεις με τις οποίες έχει ανοίξει ανοιχτό πόλεμο η Χαρ. Τρικούπη κατηγορώντας τους ουσιαστικά ότι –για όλους τους παραπάνω λόγους– παίζουν το παιχνίδι της κυβέρνησης ευνοώντας και «φουσκώνοντας» έτσι περαιτέρω το κόμμα του κ. Τσίπρα.
Οι μεθοδεύσεις πάντως φαίνεται ότι συνδυάζονται με τα όνειρα του κ. Μητσοτάκη και για το δικό του μέλλον. Πιστεύοντας ότι μπορεί να κρατηθεί στην εξουσία και μετά από τις επόμενες εκλογές –έστω και με ένα σχήμα συνεργασίας– και διαβλέποντας ότι το ενδεχόμενο μετάβασης του σε κάποιο ευρωπαϊκό αξίωμα, όπως θα ήθελε, είναι αποδυναμωμένο, το σενάριο που κατά τις πληροφορίες της «κυριακάτικης δημοκρατίας» τον απασχολεί τώρα είναι η μεταπήδησή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας όταν λήξει η θητεία του Κ. Τασούλα το 2030. Στο πλαίσιο μάλιστα της επιδίωξης αυτής λέγεται ότι πρότεινε εν όψει της συνταγματικής αναθεώρησης και την άπαξ εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας θεωρώντας ότι θα υπερψηφιστεί και θα ισχύσει από την αμέσως επόμενη φορά.
Πώς μπορεί να γίνουν το βατερλό της Ν.Δ. οι επαναληπτικές εκλογές
Το γεγονός είναι ότι η πολιτική ζωή έχει βυθιστεί στην παρακμή και έχει μπει εδώ και πολύ καιρό σε αστάθεια και παρακμή, πρωτίστως λόγω των εμμονών του κ. Μητσοτάκη και της απονομιμοποίησης που έχει η κυβέρνησή του παρά τη διατήρηση της αριθμητικής πλειοψηφίας στη Βουλή. Ακόμη όμως και αυτά τα σενάρια που καταστρώνουν στο Μέγαρο Μαξίμου για την παραμονή με κάθε είδους τρόπο στην εξουσία κινδυνεύουν να αποδειχθούν πολύ εύθραυστα. Ακόμη κι αν επιβιώσει από τις πρώτες κάλπες λόγω χαμηλού ποσοστού ο κ. Μητσοτάκης, οι τυχόν επαναληπτικές μπορούν να αποτελέσουν το Βατερλώ του. Η επανάληψη εκλογών δεν είναι πάντα ευνοϊκή για τον φαινομενικά ισχυρό. Αν η ΝΔ πάει σε αυτές με χαμηλή συσπείρωση και υψηλή πόλωση, η απώλεια αυτοδυναμίας θα φέρει και διάβρωση του αφηγήματος της σταθερότητας ενώ η πολιτική του φόβου μπορεί να αποδειχθεί βραχύβια όταν τα σκιάχτρα χάνουν την πειστικότητά τους και τα φαντάσματα αποκτούν σάρκα και οστά από την ίδια την πραγματικότητα των πολιτών.
Όλα αυτά δεν είναι καθόλου απίθανο να προκαλέσουν μια ευρεία ακόμη και εντελώς ετερόκλητη συσπείρωση των «αντι-Μητσοτακικών» δυνάμεων στον δεύτερο γύρο. Κι αυτό δεν είναι καθόλου θεωρητικό όπως προκύπτει ακόμη και από την πρόσφατη δημοσκόπηση της RealPolls για το Protagon. Εξετάζοντας τα σενάρια μιας δεύτερης Κυριακής η μικρότερη διαφορά καταγράφεται στην περίπτωση που δεύτερο είναι το κόμμα της Μ. Καρυστιανού με μόλις 3,41 μονάδες, τη ΝΔ στο 34,0% και την Ελπίδα για τη Δημοκρατία στο 30,6%. «Είναι το σενάριο όπου η κυβέρνηση έρχεται πιο κοντά να χάσει την πρωτιά — όχι επειδή η Καρυστιανού πατάει πάνω σε σταθερή κομματική βάση, αλλά επειδή το κίνημά της λειτουργεί ως δοχείο διαμαρτυρίας από όλο το πολιτικό φάσμα» αναφέρουν οι εκλογικοί ερευνητές.
Αντίθετα στην περίπτωση που δεύτερο είναι το κόμμα Τσίπρα τι παρατηρείται; «Η ΝΔ συγκεντρώνει 37,0% και πλησιάζει υπό προϋποθέσεις την αυτοδυναμία, ενώ το κόμμα Τσίπρα αναρριχάται στο 31,9%» και «λειτουργεί ως ένας κάποιος πόλος συσπείρωσης: τραβάει σημαντικό μέρος των μικρότερων κομμάτων της αντιπολίτευσης, αλλά ταυτόχρονα κινητοποιεί και τη βάση της ΝΔ που πιο εύκολα ψηφίζει «αμυντικά» απέναντι σε έναν παλιό αντίπαλο».
Σε μια περίοδο που η ΝΔ δεν καταφέρνει, παρόλες τις επικοινωνιακές ενέσεις, να ανακάμψει ουσιωδώς και στην πρόθεση ψήφου εξακολουθεί να κινείται στην περιοχή του 23-25%, η επάνοδος του κ. Τσίπρα με το νέο του πολιτικό φορέα υπό την ονομασία ΕΛΑΣ προσφέρει στην κυβέρνηση ένα χρήσιμο αντίπαλο δέος. Στο πλαίσιο αυτό μάλιστα η στρατηγική της ελεγχόμενης πόλωσης αποκτά κεντρικό ρόλο καθώς η τροφοδότηση ενός «νέου δικομματισμού» εκτιμάται ότι μπορεί να βοηθήσει και τους δύο πρωταγωνιστές του.
Η ΝΔ πρόκειται να κινηθεί από εδώ και πέρα προβάλλοντας τη διλημματική επιλογή «Μητσοτάκης ή επιστροφή στον Τσίπρα». Και το επικοινωνιακό «φούσκωμα» (είτε είναι πραγματικό είτε όχι) του νέου εγχειρήματος επιχειρείται να λειτουργήσει διπλά για να ενισχύσει την εικόνα του Τσίπρα ως απειλής ώστε να συσπειρώσει το γαλάζιο ακροατήριο και να περιορίσει την αποσυσπείρωση προς τα δεξιότερα ή προς την αδράνεια. Ακόμη και αυτή η αίσθηση της απειλής όμως προβάλλεται «λελογισμένα» για να μην εξελιχθεί σε ομολογία αδυναμίας και απώλειας της πολιτικής κυριαρχίας. Από την άλλη πλευρά το παιχνίδι του νέου δικομματισμού παίζει και ο πρώην πρωθυπουργός, αναπτύσσοντας ευθύς εξ αρχής το αφήγημα ότι είναι αυτός που μπορεί «να νικήσει τον Μητσοτάκη».
Στην πραγματικότητα ο κ. Τσίπρας σε αυτή τη φάση επιδιώκει, προβάλλοντας τα δικά του διλήμματα, να κυριαρχήσει στον χώρο της κεντροαριστεράς και να αναδειχθεί τη βραδιά των εκλογών αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, θέτοντας ως στόχο την επάνοδο στην πρωθυπουργία στον επόμενο εκλογικό κύκλο.
Επιτιθέμενος με διάφορους τρόπους στον κ. Τσίπρα ο κ. Μητσοτάκης τον δυναμώνει μεν ως «βολικό» αντίπαλο, αλλά παράλληλα με αυτή την επιφανειακή σκληρή γραμμή επιχειρεί να επιτύχει κι έναν ακόμη στόχο που δεν είναι άλλος από την εκλογική αποδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ ώστε να πέσει οριστικά από τη δεύτερη θέση. Γνωρίζοντας ότι ακόμη κι αν διατηρήσει την πρωτιά η ΝΔ η αυτοδυναμία είναι ανέφικτη, βλέπει στο ΠΑΣΟΚ ή τουλάχιστον σε ένα τμήμα του τον μελλοντικό εταίρο μιας κυβέρνησης συνεργασίας που με βάση τις υπάρχουσες τάσεις και συσχετισμούς αποτελεί ένα από τα πιο πιθανά σενάρια. Το άλλο συζητούμενο σενάριο είναι ο σχηματισμός μιας ευρύτερης κυβέρνησης με πιο «οικουμενικά» ή «τεχνοκρατικά» χαρακτηριστικά και με επικεφαλής τρίτο πρόσωπο κοινής αποδοχής.
Ο κ. Μητσοτάκης φέρεται να πιστεύει ότι προσφεύγοντας σε δεύτερες ή και ακόμη και τρίτες διαδοχικές εκλογές μπορεί να πιάσει ένα υψηλότερο ποσοστό που θα του επιτρέψει αφενός να παραμείνει στην ηγεσία της ΝΔ και αφετέρου να εκβιάσει τη συνεργασία βουλευτών από το ΠΑΣΟΚ κατά προτίμηση που ως «τσόντα» θα συμβάλουν στον σχηματισμό κυβέρνησης. Προφανής προϋπόθεση για να επιτευχθεί αυτό θεωρείται η απώλεια της δεύτερης θέσης για το κόμμα της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης που θα το καταστήσει έτσι εντελώς ευάλωτο, κάνοντας μάλιστα αρκετούς να προβλέπουν από τώρα ότι θα τερματιστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο και η «συγκατοίκηση» της δεξιόστροφης και αριστερόστροφης πτέρυγας του.
Αυτά τα δεδομένα διαμορφώνουν στο μεταξύ και την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης μεταξύ του ΠΑΣΟΚ και του νέου κόμματος Τσίπρα με «έπαθλο» τη δεύτερη –και πολύτιμη όπως αποδεικνύεται για τις μελλοντικές εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό– θέση. Σε παραπλευρη απώλεια της σύγκρουσης αυτής εξελίσσονται οι δημοσκοπήσεις με τις οποίες έχει ανοίξει ανοιχτό πόλεμο η Χαρ. Τρικούπη κατηγορώντας τους ουσιαστικά ότι –για όλους τους παραπάνω λόγους– παίζουν το παιχνίδι της κυβέρνησης ευνοώντας και «φουσκώνοντας» έτσι περαιτέρω το κόμμα του κ. Τσίπρα.
Οι μεθοδεύσεις πάντως φαίνεται ότι συνδυάζονται με τα όνειρα του κ. Μητσοτάκη και για το δικό του μέλλον. Πιστεύοντας ότι μπορεί να κρατηθεί στην εξουσία και μετά από τις επόμενες εκλογές –έστω και με ένα σχήμα συνεργασίας– και διαβλέποντας ότι το ενδεχόμενο μετάβασης του σε κάποιο ευρωπαϊκό αξίωμα, όπως θα ήθελε, είναι αποδυναμωμένο, το σενάριο που κατά τις πληροφορίες της «κυριακάτικης δημοκρατίας» τον απασχολεί τώρα είναι η μεταπήδησή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας όταν λήξει η θητεία του Κ. Τασούλα το 2030. Στο πλαίσιο μάλιστα της επιδίωξης αυτής λέγεται ότι πρότεινε εν όψει της συνταγματικής αναθεώρησης και την άπαξ εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας θεωρώντας ότι θα υπερψηφιστεί και θα ισχύσει από την αμέσως επόμενη φορά.
Πώς μπορεί να γίνουν το βατερλό της Ν.Δ. οι επαναληπτικές εκλογές
Το γεγονός είναι ότι η πολιτική ζωή έχει βυθιστεί στην παρακμή και έχει μπει εδώ και πολύ καιρό σε αστάθεια και παρακμή, πρωτίστως λόγω των εμμονών του κ. Μητσοτάκη και της απονομιμοποίησης που έχει η κυβέρνησή του παρά τη διατήρηση της αριθμητικής πλειοψηφίας στη Βουλή. Ακόμη όμως και αυτά τα σενάρια που καταστρώνουν στο Μέγαρο Μαξίμου για την παραμονή με κάθε είδους τρόπο στην εξουσία κινδυνεύουν να αποδειχθούν πολύ εύθραυστα. Ακόμη κι αν επιβιώσει από τις πρώτες κάλπες λόγω χαμηλού ποσοστού ο κ. Μητσοτάκης, οι τυχόν επαναληπτικές μπορούν να αποτελέσουν το Βατερλώ του. Η επανάληψη εκλογών δεν είναι πάντα ευνοϊκή για τον φαινομενικά ισχυρό. Αν η ΝΔ πάει σε αυτές με χαμηλή συσπείρωση και υψηλή πόλωση, η απώλεια αυτοδυναμίας θα φέρει και διάβρωση του αφηγήματος της σταθερότητας ενώ η πολιτική του φόβου μπορεί να αποδειχθεί βραχύβια όταν τα σκιάχτρα χάνουν την πειστικότητά τους και τα φαντάσματα αποκτούν σάρκα και οστά από την ίδια την πραγματικότητα των πολιτών.
Όλα αυτά δεν είναι καθόλου απίθανο να προκαλέσουν μια ευρεία ακόμη και εντελώς ετερόκλητη συσπείρωση των «αντι-Μητσοτακικών» δυνάμεων στον δεύτερο γύρο. Κι αυτό δεν είναι καθόλου θεωρητικό όπως προκύπτει ακόμη και από την πρόσφατη δημοσκόπηση της RealPolls για το Protagon. Εξετάζοντας τα σενάρια μιας δεύτερης Κυριακής η μικρότερη διαφορά καταγράφεται στην περίπτωση που δεύτερο είναι το κόμμα της Μ. Καρυστιανού με μόλις 3,41 μονάδες, τη ΝΔ στο 34,0% και την Ελπίδα για τη Δημοκρατία στο 30,6%. «Είναι το σενάριο όπου η κυβέρνηση έρχεται πιο κοντά να χάσει την πρωτιά — όχι επειδή η Καρυστιανού πατάει πάνω σε σταθερή κομματική βάση, αλλά επειδή το κίνημά της λειτουργεί ως δοχείο διαμαρτυρίας από όλο το πολιτικό φάσμα» αναφέρουν οι εκλογικοί ερευνητές.
Αντίθετα στην περίπτωση που δεύτερο είναι το κόμμα Τσίπρα τι παρατηρείται; «Η ΝΔ συγκεντρώνει 37,0% και πλησιάζει υπό προϋποθέσεις την αυτοδυναμία, ενώ το κόμμα Τσίπρα αναρριχάται στο 31,9%» και «λειτουργεί ως ένας κάποιος πόλος συσπείρωσης: τραβάει σημαντικό μέρος των μικρότερων κομμάτων της αντιπολίτευσης, αλλά ταυτόχρονα κινητοποιεί και τη βάση της ΝΔ που πιο εύκολα ψηφίζει «αμυντικά» απέναντι σε έναν παλιό αντίπαλο».