Manos Lambrakis
Η 8η Μαΐου αναδύεται πλέον ως ημερομηνία σχεδόν εσχατολογική για τον Κυριάκο Μητσοτάκη επειδή εκεί συμπυκνώνεται το τελευταίο πειστικό όριο μιας πρωθυπουργικής απόφασης που δεν μπορεί άλλο να αναβάλλεται χωρίς να αυτοαναιρείται.
Αν πράγματι υπάρχει στο τραπέζι το σενάριο της 7ης Ιουνίου, τότε η προσφυγή στις κάλπες οφείλει να αποφασιστεί τώρα, στο στενό αυτό διάστημα όπου η εξουσία προλαβαίνει ακόμη να εμφανιστεί ως υποκείμενο πρωτοβουλίας και όχι ως παθητικό σώμα που σύρεται από τα γεγονότα.
Από ένα σημείο και μετά, οι εκλογές παύουν να είναι εργαλείο αναστροφής της φθοράς και μετατρέπονται σε καθυστερημένη διαχείρισή της. Σεπτέμβριος, και πολύ περισσότερο Οκτώβριος, δεν θα συνιστούσαν σε αυτή τη συγκυρία στρατηγική κίνηση, αλλά σχεδόν ομολογία αποσύνθεσης: την εικόνα ενός ηγέτη που, ενώ βλέπει το έδαφος να υποχωρεί, επιλέγει όχι να πηδήξει αλλά να μετρά τις ρωγμές. Και η πολιτική, όταν εισέλθει σε τέτοια φάση, γίνεται ανελέητη· δεν ανταμείβει τη διστακτικότητα, την καταγράφει ως αδυναμία.
Το πρόβλημα για τον πρωθυπουργό δεν είναι απλώς ότι η κυβέρνησή του έχει φθαρεί. Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι η φθορά έχει πάψει να εμφανίζεται ως φυσιολογικό πολιτικό κόστος και αρχίζει να αποκτά μορφή ηθικοπολιτικής απονομιμοποίησης. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι ανασχηματισμοί, οι παραιτήσεις και η διαρκής ανάγκη διορθωτικής επικοινωνιακής επέμβασης δεν παράγουν πλέον την εντύπωση ενός συστήματος που σκοντάφτει αλλά συνεχίζει, παρά ενός μηχανισμού που έχει αρχίσει να εκθέτει τον ίδιο τον πυρήνα του. Όταν η εξουσία μιλά όλο και συχνότερα τη γλώσσα της θεσμικής αυτοάμυνας, όταν κάθε εβδομάδα απαιτεί μια καινούργια εξήγηση, όταν το κυβερνητικό κέντρο μοιάζει να ξοδεύει περισσότερη ενέργεια για να περιορίζει ζημιές παρά για να παράγει πολιτική, τότε η κρίση δεν είναι επικοινωνιακή αλλά οργανική. Και μέσα σε αυτό το κλίμα, γίνονται ήδη ορατές εκείνες οι εσωτερικές δονήσεις που αρχικά εμφανίζονται ως χαμηλόφωνη δυσφορία, ως υπαινιγμός, ως διακριτική απόσταση, πριν μεταβληθούν σε ανοιχτή αμφισβήτηση.
Τα κόμματα εξουσίας έχουν πάντοτε μια ιδιότυπη σκληρότητα: χειροκροτούν τον αρχηγό όσο νικά, αλλά μόλις η ήττα γίνει ορατός ορίζοντας, ανακαλύπτουν ξαφνικά την εσωτερική τους πολυφωνία.
Γι’ αυτό ακριβώς η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες δεν θα ήταν μόνο ένα εκλογικό στοίχημα, θα ήταν μια πράξη υψηλού κινδύνου με υπαρξιακές συνέπειες για την ίδια την ηγεσία του Μητσοτάκη. Αν κερδίσει, έστω και πληγωμένος, θα έχει διακόψει τον κατήφορο και θα έχει επανανομιμοποιήσει την κυριαρχία του. Αν όμως χάσει, τότε, όσο κι αν δεν υπάρχει κάποιος τυπικός αυτόματος μηχανισμός παραίτησης, το πολιτικό συμπέρασμα θα είναι σχεδόν αδύνατον να αποφευχθεί: ένας αρχηγός που επέλεξε ο ίδιος την ώρα της αναμέτρησης και ηττήθηκε, δύσκολα μπορεί να παραμείνει αδιατάρακτος στην ηγεσία του κόμματός του. Τότε θα αρχίσει αναπόφευκτα ο εσωκομματικός χρόνος, οι πιέσεις για συνέδριο, οι διεργασίες διαδοχής, οι ανασυντάξεις και οι συσπειρώσεις που κατά πάσα πιθανότητα θα συμπυκνωθούν στις αρχές του φθινοπώρου.
Έτσι η 8η Μαΐου δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ορόσημο του εκλογικού νόμου. Είναι το σημείο όπου ο πρωθυπουργός καλείται να επιλέξει ανάμεσα σε δύο μορφές κινδύνου: τον κίνδυνο μιας ελεγχόμενης σύγκρουσης τώρα ή τον κίνδυνο μιας παρατεταμένης φθοράς που θα τον αδειάζει λίγο λίγο, μέχρι να μην απομένει τίποτε άλλο παρά η καθυστερημένη διαπίστωση ότι η στιγμή της απόφασης είχε ήδη περάσει.
Το πιο σκληρό συμπέρασμα για κάθε εξουσία είναι ότι δεν πέφτει μόνο όταν χάνει. Πολλές φορές έχει ήδη αρχίσει να πέφτει από τη στιγμή που δεν τολμά να αποφασίσει.
 
Top