Το πρόβλημα με τη δήλωση της κυρίας Καρυστιανού για το ναυάγιο της Χίου (ή ακόμη ένα κρατικό έγκλημα;) δεν βρίσκεται στο τελευταίο της μέρος, εκεί όπου γίνεται λόγος για τον «μέγιστο σεβασμό» και τη «μέγιστη προστασία» της ανθρώπινης ζωής.
Εκεί, μιλά μια καθαρή ηθική διαίσθηση. Το πρόβλημα βρίσκεται στη ρωγμή που ανοίγει νωρίτερα η γλώσσα.
Και συγκεκριμένα στη φράση «παράνομες εισβολές».
Αυτή η λέξη δεν είναι ουδέτερη. Δεν περιγράφει απλώς μια νομική κατάσταση, κατασκευάζει ένα υποκείμενο απειλής. Όταν χρησιμοποιείται σε συμφραζόμενα θανάτου, και μάλιστα παιδικού θανάτου, μετατοπίζει ασυνείδητα το βάρος από την ευθύνη της προστασίας, στη λογική της αποτροπής.
Από τη ζωή, στον έλεγχο.
Κι εδώ γεννιέται η αβάσταχτη ερώτηση:
τα βρέφη που πνίγηκαν; τα αγέννητα παιδιά των εγκύων γυναικών; ήταν «παράνομοι εισβολείς»;
Η ίδια η ερώτηση αποκαλύπτει το ηθικό αδιέξοδο της διατύπωσης.
Γιατί η ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και αδιαπραγμάτευτη και υπό όρους.
Η ζωή είτε προηγείται όλων είτε δεν προηγείται καθόλου.
Όταν το κράτος επικαλείται τη νομιμότητα πριν από τη ζωή, ακόμη κι αν δηλώνει ότι τη σέβεται, έχει ήδη μετακινηθεί σε μια βιοπολιτική λογική ιεράρχησης.
Ποια ζωή προστατεύεται απόλυτα και ποια προστατεύεται «όσο γίνεται».
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι η δήλωση προσπαθεί να ισορροπήσει σε δυο βάρκες.
Είναι ότι πατά σε δύο ασύμβατα εδάφη:
– από τη μία, την ηθική της καθολικής αξίας της ζωής,
– από την άλλη, τη γλώσσα της ασφάλειας και της αποτροπής.
Και όταν αυτές οι δύο γλώσσες συνυπάρχουν, η δεύτερη συνήθως υπερισχύει.
Γιατί είναι η γλώσσα του κράτους, της ισχύος, της «πραγματικότητας».
Δεν πρόκειται εδώ για πρόθεση, ούτε για ηθική μομφή στο πρόσωπο.
Πρόκειται για κάτι πιο βαθύ και πιο πολιτικό.
Πώς ακόμη και λόγοι που ξεκινούν από τον πόνο και τη δικαιοσύνη μπορούν να αναπαράγουν, άθελά τους, τη βιοπολιτική της σκληρότητας, όταν υιοθετούν τη γλώσσα που διαχωρίζει ανθρώπους σε νόμιμους και παράνομους πριν τους αναγνωρίσει ως ανθρώπους.
Αν πράγματι «οφείλουμε τα πάντα σε κάθε άνθρωπο», τότε η γλώσσα μας οφείλει να το αποδεικνύει πρώτη.
Γιατί, εντέλει, στον δικό μας Τόπο «ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε.»
Δηλαδή, ό,τι κάνουμε στον πιο αδύναμο άνθρωπο, το κάνουμε στον ίδιο τον άνθρωπο ως αξία.
Κι αυτό είναι ίσως η πιο ριζική διατύπωση καθολικής ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
 
Top