Η αυριανή συνάντηση στο Μέγαρο Μαξίμου ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τους εκπροσώπους των αγροτών δεν είναι μια ακόμη τυπική επαφή. Είναι μια δοκιμασία ισορροπιών, γεμάτη παγίδες, προσδοκίες και αμοιβαία διλήμματα. Και για τις δύο πλευρές, το διακύβευμα δεν είναι μόνο ουσιαστικό αλλά και βαθιά πολιτικό, με σαφείς προεκτάσεις στο επόμενο χρονικό διάστημα.

Η κυβέρνηση επιδιώκει, έστω και προσωρινά, να ξεπεράσει τον σκόπελο των αγροτικών κινητοποιήσεων και να πάρει μια ανάσα από την κοινωνική πίεση. Οι εικόνες των μπλόκων, οι κλειστοί δρόμοι και η διαρκής ένταση δεν βοηθούν σε μια περίοδο όπου το Μαξίμου θέλει να ανακτήσει τον έλεγχο της ατζέντας και να επαναφέρει τη συζήτηση στην οικονομία και τη σταθερότητα. Ωστόσο, στα δύο στρατηγικά θέματα δεν υπάρχει περιθώριο υπαναχώρησης: η συμφωνία της Mercosur έχει ήδη εγκριθεί και η μετάβαση του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ έχει ψηφιστεί. Εκεί το μήνυμα είναι σαφές: «δεν αλλάζει».

Άρα, στα άλλα πεδία υπάρχει χώρος. Εκεί ακριβώς γεννάται το ερώτημα: θα χρειαστεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να «δώσει» κάτι ακόμη στους αγρότες; Και αν ναι, γιατί δεν το έκανε τόσο καιρό; Γιατί άφησε τη σύγκρουση να φτάσει μέχρι τους δρόμους και τα μπλόκα; Η απάντηση δεν είναι απλή. Κάθε υποχώρηση δημιουργεί προηγούμενο, κάθε παραχώρηση μετριέται όχι μόνο από τους αγρότες αλλά και από άλλες κοινωνικές ομάδες που παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.

Από την άλλη πλευρά, και οι αγρότες βρίσκονται μπροστά στα δικά τους δύσκολα διλήμματα. Μπορούν να παραμείνουν στους δρόμους για πολύ ακόμη; Και αν ναι, για πόσο; Επ’ αόριστον; Ή μήπως αυτή η μορφή αγώνα έχει ήδη αποδώσει ό,τι ήταν να αποδώσει και ήρθε η ώρα για αλλαγή τακτικής, με το «όπλο παρά πόδα»;

«Δεν μπορούμε να φύγουμε με άδεια χέρια», λένε οι αγρότες. «Δεν μπορούμε να τινάξουμε τον προϋπολογισμό στον αέρα», απαντά η κυβέρνηση. «Τότε τι συζητάμε;» «Τι μπορούμε να κάνουμε χωρίς να ξεπεράσουμε τις κόκκινες γραμμές».

Ένας διάλογος που μοιάζει περισσότερο με παρτίδα σκάκι παρά με διαπραγμάτευση. Με κινήσεις προσεκτικές, βλέμματα στραμμένα στο επόμενο βήμα και φόβο για το λάθος που μπορεί να κοστίσει ακριβά σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο.

Το κρυφτούλι είναι διπλό. Και οι δύο πλευρές προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο, να μην εμφανιστούν ηττημένες, να «βγουν» από τη συνάντηση έστω επικοινωνιακά νικητές. Μια ανοιχτή ρήξη θα ήταν δύσκολη στη διαχείριση και για τους δύο, καθώς θα βάθαινε το χάσμα και θα ενίσχυε την πόλωση.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει συμφωνία, αλλά τι είδους συμφωνία. Μια ουσιαστική εκτόνωση ή απλώς μια προσωρινή ανακωχή; Η Τρίτη στο Μαξίμου θα δείξει αν το κρυφτούλι τελειώνει ή αν απλώς αλλάζει επίπεδο.

 
Top