του Κωνσταντίνου Λούβρου, M.D., medlabnews.gr
ανανεώθηκε στις 2/10/2016
Πρεσβυωπία ονομάζεται η δυσκολία ευκρινούς εστίασης σε κοντινά αντικείμενα, πχ διαβάσματος εφημερίδας, αναγνώριση αριθμών κλήσης τηλεφώνου κτλ. Η πρεσβυωπία είναι μια απόλυτα φυσιολογική εξέλιξη του οπτικού συστήματος. Όλοι οι άνθρωποι μετά τα 40 τους χρόνια παρουσιάζουν αυτήν την εκφύλιση. Στην πρεσβυωπία έχουμε απώλεια της ελαστικότητας του κρυσταλλοειδούς φακού και αύξηση του μεγέθους του. Αυτό σε συνδυασμό με τη μείωση της λειτουργικότητας του ακτινωτού μυ (που ελέγχει τη σφαιρικότητα του φακού-επίπεδος όταν εστιάζουμε μακριά, κυρτός όταν βλέπουμε ενδιάμεσα και κοντά), μας καθιστά ανίκανους να εστιάζουμε καταρχήν σε κοντινή απόσταση και αργότερα –σε μικρότερο βαθμό- και σε μακρινή. Χάνουμε κοινώς την πολυεστιακότητα που έχουμε μέχρι την ηλικία των 40 ετών. Η πρεσβυωπία εμφανίζεται μετά την ηλικία των 40 ετών και ολοκληρώνεται περίπου στα 57-58 έτη της ηλικίας.
Ποια είναι τα συμπτώματα;

Τα κυριότερα συμπτώματα της πρεσβυωπίας είναι:
•   Αδυναμία ανάγνωσης σε μια κανονική απόσταση ανάγνωσης
•   Οπτική κόπωση
•   Πονοκέφαλοι από παρατεταμένη ανάγνωση ή εργασία σε κοντινή απόσταση


Πού οφείλεται;

Οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι η πρεσβυωπία προκαλείται από τη σκλήρυνση του φακού του ματιού που αναπτύσσεται με τη γήρανση. Ο φακός γίνεται λιγότερο ευέλικτος και δεν μπορεί πλέον να αλλάξει σχήμα, με αποτέλεσμα οι κοντινές εικόνες να φαίνονται χωρίς εστίαση(θολές).
Παρά το ότι πρεσβυωπία εμφανίζεται πάντα, δεν επηρεάζονται όλοι στον ίδιο βαθμό για τους παρακάτω λογούς:
Αν ένας ασθενής είχε μυωπία από νεαρή ηλικία, τότε εξακολουθεί να βλέπει καλά κοντά βγάζοντας τα μυωπικά του γυαλιά (αν έχει μικρού βαθμού μυωπία), αλλά ακόμα και μέσα από τα γυαλιά της μακρινής του όρασης για οπτικούς λογούς, μπορεί να εστιάζει κοντά ευκολότερα από ότι ένας πρεσβύωπας που δεν είχε μυωπία, και πολύ ευκολότερα από αυτόν που ενδεχομένως έπασχε από υπερμετρωπία. Πάντως το οπτικό αυτό πλεονέκτημα χάνεται όταν ένας μύωπας χρησιμοποιεί φακούς επαφής αντί γυαλιών για την μακρινή του διόρθωση.
Ένας ασθενής που δεν είχε σημαντικού βαθμού διαθλαστική ανωμαλία (μυωπία, υπερμετρωπία η αστιγματισμό) σε νεαρή ηλικία, διατηρεί την φυσιολογική του μακρινή όραση μετά τα 40, και εξ αιτίας της μειωμένης αλλά υπαρκτής προσαρμοστικής ικανότητας που απομένει σε ένα πρεσβυωπικό μάτι, μπορεί να εξακολουθεί να έχει ικανοποιητική κοντινή όραση για εργασίες που δεν απαιτούν πολύ μικρή λεπτομέρεια η παρατεταμένη παρατήρηση. Πχ ανάγνωση καταλόγου εστιατόριου, τιμών στο super market κτλ. Φυσικά όταν πρόκειται για παρατεταμένη κοντινή εργασία, και ο εμμέτρωπας χρειάζεται να χρησιμοποιεί βοηθητικά γυαλιά πρεσβυωπίας.
Στην περίπτωση προϋπάρχουσας υπερμετρωπίας, ένας πρεσβύωπας αντιμετωπίζει πολύ εντονότερο πρόβλημα στην κοντινή του εστίαση. Αν είχε μικρού βαθμού υπερμετρωπία (λιγότερο από 2 βαθμούς), πιθανότατα δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιεί καθόλου γυαλιά μέχρι την ηλικία των 30 – 35 λόγο της εύκολης αντιρρόπησης του διαθλαστικού του σφάλματος από τον φυσικό φακό των ματιών του. Ο ασθενής αυτός μετά τα 30 του σταδιακά θα εμφανίσει πρώιμα πρεσβυωπικά συμπτώματα τα όποια σταδιακά θα επεκταθούν και στην μακρινή του όραση μετά τα 40, οπότε ο ανελαστικός πλέον φακός του ματιού δεν θα μπορεί να προσαρμόσει ούτε για μακριά. Τέλος, ένας ασθενής με προϋπάρχουσα μεγάλη η μετρίου βαθμού υπερμετρωπία που φορούσε γυαλιά από νεαρά ηλικία, θα χρειαστεί πρεσβυωπική διόρθωση ενωρίτερα από έναν μύωπα η έναν έμμετρωπα, καθώς τα γυαλιά υπερμετρωπίας επιβαρύνουν την προσπάθεια κοντινής προσαρμογής. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να αποφευχθεί (θεωρητικά τουλάχιστον) με χρήση φακών επαφής.



Πως γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση της πρεσβυωπίας γίνεται με την οφθαλμολογική εξέταση.

Αντιμετώπιση πρεσβυωπίας
Για έναν ασθενή που δεν έχει σημαντική διαθλαστική ανωμαλία, και συνεπώς καλή μακρινή όραση χωρίς γυαλιά, η περιστασιακή χρήση κοντινής μόνο συνταγής γυαλιών μπορεί να δώσει λύση. Σε άτομα που ήδη χρησιμοποιούν γυαλιά για μακρινή όραση, ενσωματώνεται ένας επιπλέον φακός για κοντινή εστίαση στην υπάρχουσα συνταγή τους. Εναλλακτικά, αν χρησιμοποιούνται φακοί επαφής, ο φακός του ενός ματιού μπορεί να συνταγογραφηθει για κοντινή όραση, διατηρώντας τον άλλο για καλή μακρινή όραση.
Παρά το ότι έχουν γίνει σημαντικές πρόοδοι στον τομέα θεραπείας του φαινομένου της πρεσβυωπίας, δεν υπάρχει ακόμα μακροπρόθεσμα αποτελεσματικός τρόπος αποκατάστασης φυσιολογικής κοντινής και μακρινής όρασης με τον ίδιο αποτελεσματικό τρόπο όπως σε ένα νεαρό άτομο.
Είχαν γίνει πολλές προσπάθειες για τη διόρθωση της πρεσβυωπίας χειρουργικά ή με λέιζερ, χωρίς όμως ικανοποιητικά αποτελέσματα. Οι πιο γνωστές, ήσαν η χειρουργική μέθοδος του Αμερικανού SCHACHAR, όπου εμφυτεύονταν μικροί πλαστικοί κύλινδροι (inplants) στο σκληρό χιτώνα (το άσπρο του ματιού), οι τομές με λέιζερ ή νυστέρι επίσης στο σκληρό χιτώνα και οι θερμοκαυτηριάσεις στη περιφέρεια του κερατοειδή χιτώνα του οφθαλμού.
Σήμερα υπάρχουν καινούριες μέθοδοι με λέιζερ (presby-lasik), με ραδιοσυχνότητες (θερμοκερατοπλαστική) και χειρουργικές, όπως η ένθεση πολυεστιακών ή προσαρμοστικών ενδοφακών εντός του οφθαλμού στη θέση του φυσικού φακού ο οποίος αφαιρείται ή η ένθεση φακού εντός του κερατοειδή (ενδοκερατικοί φακοί). Είναι πολλά υποσχόμενες μέθοδοι, οι οποίες ήδη εφαρμόζονται και συνεχώς εξελίσσονται.
Η τέλεια όμως λύση στο πρόβλημα της πρεσβυωπίας δεν έχει ακόμα βρεθεί.
Ένας έμμεσος, απλός και παλιός τρόπος για την “λύση” του προβλήματος, είναι το σύστημα MONOVISION. Με τη μέθοδο αυτή, χειρουργικά ή με λέιζερ ή ακόμα και με φακό επαφής, o ένας οφθαλμός γίνεται ελαφρά μυωπικός, ενώ ο άλλος γίνεται εμμετρωπικός. Με αυτόν τον τρόπο, με το ένα μάτι (το μυωπικό) βλέπουμε κοντά, ενώ με το άλλο (το εμμετρωπικό) βλέπουμε μακριά.
Η μέθοδος MONOVISION είναι ιδανική για ανθρώπους διατεθειμένους να δεχθούν ένα συμβιβασμό στη διόφθαλμη όραση τους, προκειμένου να είναι όσο γίνεται πιο ανεξάρτητοι από κάθε είδους διορθωτικά γυαλιά.
Μετά από αφαίρεση του φυσικού φακού σε μια επέμβαση καταρράκτη υπάρχει η δυνατότητα χρήσης ενδοφακών που εστιάζουν ταυτόχρονα κοντινά και μακρυνα αντικείμενα. Έχοντας όμως δυο σημεία εστίασης, οι φακοί αυτοί πρέπει να μοιράσουν την εισερχόμενη στο μάτι φωτεινή ακτινοβολία, με αποτέλεσμα να θυσιάζουν μέρος της ευκρίνειας της εικόνας σε σχέση με την εικόνα που θα παράγονταν από έναν φακό με μια και μονή εστιακή απόσταση όπως ο φυσικός φακός του ματιού η ένας μονοεστιακος τεχνητός ενδοφακος. Εκτός από την μείωση της ευκρινείας οι πολυεστιακοι ενδοφακοι ενδέχεται να δημιουργούν συμπτώματα κατά την νυκτερινή οδήγηση (φωτοστέφανο γύρω από φωτεινές πηγές, μείωση διακριτικής ικανότητας σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού). Πολλοί ασθενείς προσαρμόζονται σταδιακά σε αυτά τα φαινόμενα μέσα στους πρώτους μήνες μετά την επέμβαση, αλλά σε μερικές περιπτώσεις τα συμπτώματα αυτά μπορεί να ενοχλούν μακροπρόθεσμα και ενδέχεται να αποτελέσουν αίτια αλλαγής του πολυεστιακου με μονοεστιακο ενδοφακο. Προκειμένου να αποφευχθούν τα παραπάνω προβλήματα, έχουν γίνει προσπάθειες σχεδίασης προσαρμοστικών ενδοφακων που έχουν ένα εστιακό σημείο του οποίου η θέση μπορεί να μεταβάλλεται ανάλογα με την δράση του ακτινωτού μυ με αποτέλεσμα την εστίαση κοντινών αντικειμένων. Μέχρι σήμερα παρά τα ενθαρρυντικά σε μερικές περιπτώσεις αποτελέσματα οι φακοί αυτοί δεν έχουν καταφέρει να υποκαταστήσουν την φυσιολογική προσαρμογή και δεν έχουν τύχει ευρείας αποδοχής από την Οφθαλμολογική κοινότητα.
Μια άλλη τεχνική που μπορεί να παρακάμψει το πρόβλημα της μετεγχειρητικής πρεσβυωπίας μετά από επέμβαση καταρράκτη είναι ο υπολογισμός του ενός από τους δυο ενδοφακους (συνήθως αυτός που προορίζεται για τον μη επικρατή οφθαλμό) ώστε να αφήσει το ένα μάτι ελαφρώς μυωπικό. Το μάτι αυτό δίνει πολύ καλή κοντινή όραση. Το άλλο μάτι διορθώνεται για μακριά, και έτσι ο ασθενής μπορεί να έχει ταυτόχρονα πολύ καλή κοντινή και μακρινή εστίαση χωρίς να χρειάζεται να καταβάλλει προσπάθεια και χωρίς ενοχλήσεις από πολυεστιακους φακούς.
Αξίζει να σημειωθεί ότι με οποιονδήποτε τρόπο και αν αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της πρεσβυωπίας, η χρήση ΚΑΛΟΥ ΦΩΤΙΣΜΟΥ κατά την κοντινή εργασία, είναι απαραίτητη προκειμένου να επιτευχτεί βέλτιστη κοντινή όραση.
Παρά το ότι έχουν γίνει σημαντικές πρόοδοι στον τομέα μετεγχειρητικής εξάλειψης του φαινόμενου της πρεσβυωπίας, δεν υπάρχει ακόμα μακροπρόθεσμα αποτελεσματικός τρόπος αποκατάστασης φυσιολογικής κοντινής και μακρινής όρασης.



Πόσο συχνά πρέπει να εξετάζετε τα μάτια σας
Σύμφωνα με την Αμερικανική Ακαδημία Οφθαλμολογίας, εάν δεν φοράτε γυαλιά ή φακούς επαφής, δεν έχετε συμπτώματα από τα μάτια και διατρέχετε χαμηλό κίνδυνο για ανάπτυξη μιας οφθαλμικής πάθησης, θα πρέπει να εξετάζεσθε ως εξής:
•Κάθε πέντε έως δέκα χρόνια αν είσθε κάτω από 40 χρονών.
•Κάθε δύο έως τέσσερα χρόνια εάν είσθε 40-64 χρονών.
•Κάθε ένα έως δύο χρόνια εάν είσθε 65 χρονών και άνω.
•Εάν φοράτε γυαλιά ή φακούς επαφής θα πρέπει να εξετάζεσθε πιο συχνά.
Εάν παρατηρήσετε οτιδήποτε στην όρασή σας, κλείστε ραντεβού με τον οφθαλμίατρό σας όσο πιο σύντομα μπορείτε.


 
Top