Τα τελευταία χρόνια, σε μια προσπάθεια να πειστεί ο κόσμος να βάλει την κίνηση στη ζωή του δημιουργήθηκε ο στόχος των 10.000 βημάτων. Είναι ο καθημερινός στόχος που θα πρέπει να επιτυγχάνει κανείς, προκειμένου να εξασφαλίσει μείωση των καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου και να χάσει βάρος.

Οι ρίζες αυτού του “μαγικού αριθμού” βρίσκονται στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκυο το 1964, οπότε γεννήθηκε ο πρώτος βηματομετρητής, το μάνπο-κέι. Στα ιαπωνικά, μάνπο κέι σημαίνει κυριολεκτικά "μετρητής 10.000 βημάτων".
Πρόσφατη μελέτη, από το Πανεπιστήμιο του Όρεγκον έδειξε ότι αν αυτός ο στόχος δεν είναι εφικτός, μπορεί κανείς να συμβιβαστεί με έναν μικρότερο αριθμό, 5 ή 7 χιλιάδων βημάτων, - αν τουλάχιστον τα μισά από αυτά τα βήματα γίνουν με μεγαλύτερη ένταση, τα οφέλη για την υγεία θα είναι ακριβώς τα ίδια, σημείωσαν οι ερευνητές.
Όπως επισημαίνει ο John Schuna Jr., αναπληρωτής καθηγητής κινησιολογίας του Κολεγίου Δημόσιας Υγείας και Επιστημών του Ανθρώπου, του Πανεπιστημίου του Οχάιο, «η λίγη φυσική δραστηριότητα είναι καλύτερη από την παντελή έλλειψη άσκησης. Ένας καλός στόχος είναι τα 150 λεπτά άσκησης την εβδομάδα, με ένα ρυθμό 100 βημάτων ανά λεπτό. Όσο λιγότερο χρόνο ξοδεύει κάποιος σε καθιστικές δραστηριότητες, τόσο το καλύτερο».
Οκτώ ερευνητές έλαβαν μέρος στην έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 3.388 εθελοντών, άνω των 20 ετών. Aπό το σύνολο των συμμετεχόντων, το 1/5 είχε έναν ρυθμό 96 βημάτων/λεπτό, πολύ κοντά δηλαδή στη σύσταση των 100 βημάτων το λεπτό. Η περαιτέρω ανάλυση απέδειξε ισχυρή συσχέτιση μεταξύ του έντονου ρυθμού άσκησης και των θετικών σκορ στους καρδιομεταβολικούς παράγοντες κινδύνου, όπως η περιφέρεια της μέσης, η αρτηριακή πίεση, η γλυκόζη νηστείας, τα επίπεδα χοληστερόλης και ο Δείκτης Μάζας Σώματος.
«Οι βηματομετρητές του μέλλοντος θα κάνουν αναλύσεις ανά λεπτό, όπως κάνουν τώρα οι επιστήμονες για τις ανάγκες των ερευνών. Και καθώς η εξατομικευμένη Ιατρική θα αποτελεί καθημερινή πρακτική, θα μπορεί κανείς να αναζητά συγκεκριμένους προδιαθεσικούς δείκτες για συγκεκριμένες καταστάσεις. Τότε, τα δεδομένα της φυσικής δραστηριότητας και του ύπνου, θα χρησιμοποιούνται για να αξιολογήσουν τη συμμόρφωση σε συγκεριμένες συμπεριφορικές οδηγίες που θα δίνουν οι ειδικοί σε καθέναν από εμάς, για τη βελτιστοποίηση της υγείας τους», σημείωσε ο καθηγητής Schuna.
Τα αποτελέσματα της μελέτης δημοσιεύθηκαν στην επιθεώρηση Medicine & Science in Sports & Exercise.
 stogiatro.gr
 
Top