Η Παγκόσμια Ημέρα κατά του Παιδικού Καρκίνου γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 15 Φεβρουαρίου, με πρωτοβουλία της Διεθνούς Ένωσης Γονέων με Καρκινοπαθή Παιδιά (ICCCPO), με στόχο την ενημέρωση της διεθνούς κοινής γνώμης για τις παιδικές νεοπλασίες (καρκίνο).
Σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση των Αρχείων Καρκίνου (International Association of Cancer Registries - IACR), ο παιδικός καρκίνος αποτελεί τη δεύτερη αιτία θανάτου στα παιδιά στις ανεπτυγμένες χώρες. Στη χώρα μας, περίπου 300 παιδιά προσβάλλονται ετησίως από καρκίνο, κυρίως από λευχαιμία.
250.000 παιδιά σε όλο τον κόσμο πάσχουν από διάφορες μορφές καρκίνου, το 80% των οποίων στις χώρες μέσου και χαμηλού εισοδήματος. Η μεγαλύτερη μεταβολή στην επίπτωση του καρκίνου της παιδικής ηλικίας, εμφανίζεται κατά τη σύγκριση των χωρών υψηλού εισοδήματος με αυτές του χαμηλότερου επιπέδου εισοδήματος. Η επίπτωση για τα μικρότερα των 15 ετών παιδιά, ανέρχεται περίπου στα 150 παιδιά/εκατομμύριο.
Σύμφωνα με το SEER (Surveillance, Epidemiology, and Results) Program, οι κυριότερες μορφές παιδικού καρκίνου παγκοσμίως που έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά είναι η λευχαιμία και ο καρκίνος του εγκεφάλου. Ακολουθούν τα λεμφώματα (Hodgkin & Non-Hodgkin), οι όγκοι στα οστά, το οστεοσάρκωμα, το νευρο-βλάστωμα και το παιδικό μελάνωμα.
Τα παιδιά μπορεί να προσβάλλονται πολύ σπανιότερα από καρκίνο σε σχέση με τους ενήλικες, ωστόσο, ο καρκίνος παραμένει η συχνότερη αιτία θανάτου σε παιδιά μετά τα ατυχήματα. Εάν ο καρκίνος διαγνωστεί αρκετά νωρίς και το παιδί υποβληθεί στα κατάλληλα θεραπευτικά πρωτόκολλα, τότε περίπου το 70% των καρκίνων της παιδικής ηλικίας είναι ιάσιμοι. Αυτό συμβαίνει κυρίως στις ανεπτυγμένες χώρες κυρίως λόγω της επάρκειας φαρμάκων και καταρτισμένου επιστημονικού προσωπικού. Αντίθετα, στις χώρες του τρίτου κόσμου τα ποσοστά θνησιμότητας είναι πολύ υψηλά.
Στο παρακάτω διάγραμμα, παρουσιάζεται το ποσοστό επιβίωσης (ανά 5 χρόνια) ανά μορφή καρκίνου που αφορά στα παιδιά, παγκοσμίως, σύμφωνα με το SEER:

Η έγκαιρη διάγνωση και η ορθή αντιμετώπιση, συμβάλλουν στην ίαση περισσότερων παιδιών.
Σύμφωνα με τη Διεθνή Ένωση των Αρχείων Καρκίνου (International Association of Cancer Registries - IACR), ο παιδικός καρκίνος αποτελεί τη δεύτερη αιτία θανάτου στα παιδιά στις ανεπτυγμένες χώρες. Στη χώρα μας, περίπου 300 παιδιά προσβάλλονται ετησίως από καρκίνο, κυρίως από λευχαιμία.
250.000 παιδιά σε όλο τον κόσμο πάσχουν από διάφορες μορφές καρκίνου, το 80% των οποίων στις χώρες μέσου και χαμηλού εισοδήματος. Η μεγαλύτερη μεταβολή στην επίπτωση του καρκίνου της παιδικής ηλικίας, εμφανίζεται κατά τη σύγκριση των χωρών υψηλού εισοδήματος με αυτές του χαμηλότερου επιπέδου εισοδήματος. Η επίπτωση για τα μικρότερα των 15 ετών παιδιά, ανέρχεται περίπου στα 150 παιδιά/εκατομμύριο.
Σύμφωνα με το SEER (Surveillance, Epidemiology, and Results) Program, οι κυριότερες μορφές παιδικού καρκίνου παγκοσμίως που έχουν τα μεγαλύτερα ποσοστά είναι η λευχαιμία και ο καρκίνος του εγκεφάλου. Ακολουθούν τα λεμφώματα (Hodgkin & Non-Hodgkin), οι όγκοι στα οστά, το οστεοσάρκωμα, το νευρο-βλάστωμα και το παιδικό μελάνωμα.
Τα παιδιά μπορεί να προσβάλλονται πολύ σπανιότερα από καρκίνο σε σχέση με τους ενήλικες, ωστόσο, ο καρκίνος παραμένει η συχνότερη αιτία θανάτου σε παιδιά μετά τα ατυχήματα. Εάν ο καρκίνος διαγνωστεί αρκετά νωρίς και το παιδί υποβληθεί στα κατάλληλα θεραπευτικά πρωτόκολλα, τότε περίπου το 70% των καρκίνων της παιδικής ηλικίας είναι ιάσιμοι. Αυτό συμβαίνει κυρίως στις ανεπτυγμένες χώρες κυρίως λόγω της επάρκειας φαρμάκων και καταρτισμένου επιστημονικού προσωπικού. Αντίθετα, στις χώρες του τρίτου κόσμου τα ποσοστά θνησιμότητας είναι πολύ υψηλά.
Στο παρακάτω διάγραμμα, παρουσιάζεται το ποσοστό επιβίωσης (ανά 5 χρόνια) ανά μορφή καρκίνου που αφορά στα παιδιά, παγκοσμίως, σύμφωνα με το SEER:

Η έγκαιρη διάγνωση και η ορθή αντιμετώπιση, συμβάλλουν στην ίαση περισσότερων παιδιών.
Τα παιδιά που πάσχουν από καρκίνο χρειάζονται τη βοήθεια όλων. Πάνω από 150.000 θάνατοι κάθε χρόνο, θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, εάν υπήρχε δυνατότητα έγκαιρης διάγνωσης και εξειδικευμένης θεραπείας σε όλα τα παιδιά, το ίδιο σε όλες τις χώρες. Η στενή συνεργασία μεταξύ των ιατρών και των γονιών του παιδιού αποτελεί τον πιο ουσιαστικό κρίκο για την επιτυχή θεραπεία, την υποστήριξη και τη φροντίδα του παιδιού.

