Γράφει ο Στέλιος Κώτσιος

Φαντασθείτε ένα από τα παιδιά που δίνουν εισαγωγικές εξετάσεις, έναν μαθητή. Έχει διαβάσει πάρα πολύ και περνάει σε μία από τις δύσκολες επιστημονικές σχολές: Πολυτεχνείο, Μαθηματικό, Φυσικό, Χημικό, Γεωλογικό, Βιολογικό, Ιστορικό – Αρχαιολογικό, κ.λ.π.
Διαβάζοντας ακόμα πιο σκληρά σαν φοιτητής και παρακολουθώντας ερευνητικά σεμινάρια, εργαστήρια, θερινά σχολεία κ.λ.π. καταφέρνει να τελειώσει το τμήμα του σε 4-5 χρόνια, με υψηλούς βαθμούς και ........
καλές συστατικές επιστολές. Αυτά, του εξασφαλίζουν μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελλάδα ή το εξωτερικό από όπουαποκτά 1 ή 2 master.
Λόγω του έρωτα που έχει με την επιστήμη αποφασίζει να κάνει διδακτορικό ώστε να αποκτήσει μια βαθιά και ουσιαστική γνώση του αντικειμένου του. Τελειώνει σε 3 ή 4 χρόνια παράγοντας πρωτότυπη καινούργια γνώση. Μετά βρίσκει μία θέση σαν μεταδιδακτορικός ερευνητής. Αυτό διαρκεί 2, 3 ή 4 χρόνια. Έχοντας αποκτήσει όλο αυτό το διάστημα άριστη γνώση 1 ή 2 ξένων γλωσσών, γνωρίζοντας την επιστημονική ορολογία και όντας σε επίπεδο να διδάσκει πανεπιστημιακά μαθήματα στην ξένη γλώσσα, μπορεί να κυνηγήσει κάποια θέση λέκτορα σε κάποιο Πανεπιστήμιο κάπου στη γη ή 407 στην Ελλάδα (με την κρίση αυτές οι θέσεις καταργήθηκαν) όπου δουλεύει για 2-3 χρόνια. Είναι πια ένας ώριμος επιστήμονας, έχει συγγράψει 9 ή 10 επιστημονικά άρθρα δημοσιευμένα σε ειδικά περιοδικά με κρίση (papers) και μία ή δύο μονογραφίες. Έχοντας, πλέον, όλα αυτά τα προσόντα μπορεί να διεκδικήσει μία θέση Επίκουρου Καθηγητή, συνήθως σε περιφερειακό Πανεπιστήμιο, αν προκηρυχθεί και αν εγκριθεί ποτέ ο διορισμός του. Τώρα σε ηλικία περί τα 40, και έχοντας κάνει όλα τα προηγούμενα, θα αμειφθεί με 1.400 περίπου ευρώ καθαρά το μήνα, αν του αναγνωρίσουν μερικά χρόνια σαν προϋπηρεσία (κάτι που έχει καταργηθεί από πέρσι) αλλιώς πάμε στα 1300.!!!
Τον περιμένει όμως μια λαμπρή πανεπιστημιακή καριέρα!! Σε 3 χρόνια θα κριθεί για μονιμότητα και, αν τα καταφέρει και δεν απολυθεί, θα ακολουθήσει η κρίση του για Αναπληρωτής καθηγητής, όπου θα συγκριθεί με εξωτερικούς υποψηφίους και μπορεί κάλλιστα να μην προαχθεί. Αν τα καταφέρει και πάλι γίνεται Αναπληρωτής καθηγητής. Μισθός 1800 – 2000, ανάλογα με την προϋπηρεσία.
Σε μερικά χρόνια πια, γύρω στα 55 του, και έχοντας φάει όλη του την ζωή στα εργαστήρια και τα αμφιθέατρα, έχοντας συγγράψει τρεις – τέσσερις μονογραφίες, πλήθος επιστημονικών άρθρων και ανακοινώσεων σε συνέδρια, θα γίνεικαθηγητής Πανεπιστημίου. Μισθός: 2400-2600 ευρώ καθαρά τον μήνα. Σύνταξη θα πάρει στα 67 του, μειωμένη συνήθως γιατί έχοντας ξεκινήσει την καριέρα του στα 40 δύσκολα συμπληρώνει την τριακονταπενταετία. Στην προ κρίσης κατάσταση θα μπορούσε να αυξήσει το μισθό του με το χρόνο-επίδομα, αλλά και αυτό καταργήθηκε.
«Μα έχουμε τα ερευνητικά προγράμματα», θα μπορούσε να πει κάποιος, «μπορεί να βγάλει λεφτά από εκεί». Πράγματι, υπάρχουνε δύο ειδών ερευνητικά προγράμματα: τα Ελληνικά και τα Ευρωπαϊκά. Όσον αφορά τα ελληνικά, αυτά ήταν ανύπαρκτα από το 2005-2010, ενώ μόλις ξεκίνησαν (λόγω ΕΣΠΑ) είναι τόσο λίγα που ελάχιστοι μπορούν να επωφεληθούν. Ας πάρουμε για παράδειγμα το περίφημο πρόγραμμα «ΑΡΙΣΤΕΙΑ». Εφέτος θα δοθούν 200 τέτοια προγράμματα, ενώ υποβλήθηκαν 6000 περίπου αιτήσεις. Πιθανότητα επιτυχίας μία στις τριάντα!! Αλλά ας υποθέσουμε ότι κάποιος τα καταφέρνει, τότε δικαιούται 18000 ευρώ το χρόνο για δύο χρόνια με ποσοστό κρατήσεων 50%, δηλαδή 9000 ευρώ το χρόνο καθαρά, τα οποία του ανεβάζουν τον φορολογικό συντελεστή. Ας έρθουμε στα ευρωπαϊκά προγράμματα, ελάχιστοι είναι αυτοί που τα καταφέρνουν, αλλά ακόμα και σε αυτούς η σχετική πρόσοδος δεν είναι για όλη τους τη ζωή αλλά για κάποιο περιορισμένο χρονικό διάστημα.
«Μα κύριε, οι καθηγητές βγάζουν λεφτά από τα βιβλία», θα έλεγε κάποιος που ίσως θυμάται ένα Πανεπιστήμιο κάποιων άλλων εποχών. Λοιπόν τα πράγματα είναι απλά, ένα βιβλίο 500 σελίδων που μοιράζεται σε 400 φοιτητές, αποδίδει περίπου 1500 ευρώ καθαρά το έτος. Αναλογιστείτε πόσος χρόνος και πόσος κόπος χρειάζεται για να γραφεί ένα τέτοιο βιβλίο. Μόνο όποιος το έχει κάνει το γνωρίζει.
Εδώ βλέπω κάποιον αναγνώστη να γελάει ειρωνικά σκεπτόμενος τους καθηγητές που κάνουν εξωτερικές δουλειές. Αυτό είναι αλήθεια αλλά δεν συμβαίνει για όλες τις ειδικότητες -μόνο για τους δικηγόρους, τους ιατρούς, τους μηχανικούς και τους οικονομολόγους (εδώ βάζουμε τελεία). Και, φυσικά, όχι για όλους από αυτούς αλλά για ΚΑΠΟΙΟΥΣ.
Οι παραπάνω, αν και αποτελούν το αρχετυπικό πρότυπο του καθηγητή Πανεπιστημίου, για την ημιμαθή ελληνική κοινωνία δεν είναι παρά μία μειοψηφία. Είναι γύρω στα 500-700 άτομα σε έναν πληθυσμό 9.500 περίπου Πανεπιστημιακών (χωρίς να υπολογίζουμε τους συναδέλφους των ΤΕΙ) και μάλιστα είναι εκείνοι που διαπλέκονται και με άλλους μηχανισμούς εξουσίας (κόμματα κ.λ.π).
Όλοι οι υπόλοιποι, φιλόλογοι, ιστορικοί, αρχαιολόγοι, γλωσσολόγοι, μαθηματικοί, φυσικοί, χημικοί, γεωλόγοι, σεισμολόγοι, βιολόγοι κ.λ.π. ακόμα και να υπήρχε
η δυνατότητα για δεύτερη δουλειά (σε μια άλλη οικονομία βέβαια), είναι πρακτικά αδύνατο να κάνουν κάτι τέτοιο γιατί πρέπει να αφιερώνουν σχεδόν όλο το χρόνο τους στην έρευνα και τη διδασκαλία. Μόνη τους αμοιβή ο μισθός τους.

Φαντασθείτε τώρα στους παραπάνω μισθούς μία μείωση της τάξης του 10- 12%, φθάνουμε σε επίπεδα αστειότητας. «Μα», θα αντιτείνει κάποιος, «σε περίοδο κρίσης δεν μπορεί το κράτος να δίνει περισσότερα». Δύο απαντήσεις: 1) Αν πράγματι συμβαίνει αυτό τότε η μείωση πρέπει να είναι ανάλογη σε όλους τους λειτουργούς και όχι επιλεκτικά σε κάποιους και, μάλιστα, αυτούς που εκπαιδεύουν τους υπόλοιπους! 2) Οι Πανεπιστημιακοί και, κυρίως, οι των Θετικών Επιστημών, αποτελούν τον πυλώνα, την αιχμή του δόρατος για την έξοδο από τους δυσμενείς καιρούς που ζούμε. Σε περίοδο κρίσης «επένδυσε στην εκπαίδευση» λέει το θεώρημα. Οι πανεπιστημιακοί είναι αυτοί που μπορούν να διατηρήσουν την συνοχή της κοινωνίας, να εργασθούν πάνω στη μετεξέλιξή της αλλά και στο να φέρουν καινοτομία και γνώση, δηλαδή ανάπτυξη.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να θέσω μερικά γενικά ερωτήματα: 1) ενώ όλοι θέλουν τα παιδιά τους να «περάσουν» στο Πανεπιστήμιο και να «σπουδάσουν», γιατί δεν τους ενδιαφέρει το επίπεδο των σπουδών που προφανώς εξασφαλίζεται και μέσω της αμοιβής των λειτουργών της Ανώτατης Εκπαίδευσης; 2) Ποια άλλη κατηγορία δημοσίων λειτουργών περνάει τόσο αυστηρή αξιολόγηση και συνεχείς κρίσεις επί του έργου της;
Φαντασθείτε έναν ειρηνοδίκη που θέλει να προαχθεί σε πρωτοδίκη να αξιολογείτε παράλληλα με άλλους νομικούς εκτός δικαστικού σώματος και αν δεν καταφέρει να προαχθεί να απολύεται. 3) Εάν ο μαθητής, που περιγράψαμε στην αρχή, ήταν παιδί ή συγγενής μας, ποια αμοιβή θα θεωρούσαμε ότι του άξιζε όταν θα γινότανε Πανεπιστημιακός, μετά από ένα τέτοιο κύκλο σπουδών, προσπαθειών και θυσιών;
*Ο Στέλιος Κώτσιος είναι αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών
 
Top